Ισπανία - Πορτογαλία - Μαρόκο. Μέρος 2ο Ισπανία - Μαρόκο (+ Βίντεο)


Κείμενο: Άντζελα και Κώστας Μανούσος
Φωτογραφίες: Κώστας και Άντζελα

Αν δεν έχετε διαβάσει το πρώτο μέρος Ισπανία - Πορτογαλία πατήστε εδώ.

15 Σεπτεμβρίου. 

"Κόρδοβα μακρινή και μόνη,
πουλάρι μαύρο,
φεγγάρι γεμάτο,
κι ελιές στο δισάκι μου.

Αν και τους ξέρω τους δρόμους,
ποτέ δεν θα φτάσω στην Κόρδοβα…"



Σε αντίθεση με τον Lorca, εμείς φτάσαμε στη μυθική Cordoba της Ανδαλουσίας.

Μας έκανε εντύπωση η απουσία ανθρώπων στο πέρασμά μας από κάποια χωριά. Τα σπίτια ήταν όλα λευκά, οι δρόμοι τετραγωνισμένοι, τα πεζοδρόμια γυμνά από φυτά και δέντρα, τα ρολά κατεβασμένα και το μόνο που ένιωθες ζωντανό ήταν ο ήλιος που σε έκαιγε.

Το ξενοδοχείο που είχαμε κλείσει στην Cordoba ήταν τύπου riad, δηλαδή μαυριτανικού τύπου, με μια όμορφη εσωτερική περίκλειστη αυλή.


Αφήσαμε τη μοτοσυκλέτα στον δρόμο έξω από το ξενοδοχείο και, όπως μας ενημέρωσε ο ξενοδόχος, το κατάλυμα παρείχε άδεια κυκλοφορίας για τους επισκέπτες του, μιας και βρισκόταν σε περιοχή όπου επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο στους μόνιμους κατοίκους.

Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες τουριστικές πόλεις που είχαμε επισκεφτεί, η Cordoba δε σε έπνιγε με την πολυκοσμία, πράγμα που ήταν χαλαρωτικό για εμάς.

Την πόλη την αγαπήσαμε με την πρώτη ματιά. Κάθε στενό και κάθε γωνία είχε και ένα σημείο που ήθελες να θαυμάσεις και να φωτογραφίσεις.

Πρόταση γάμου ή απλά κοιτάζει το κινητό;

 

Κάναμε αρκετά χιλιόμετρα περπατώντας και στις 18.30 φτάσαμε στο Τέμενος της Κόρδοβας, για την επίσκεψη που είχαμε προγραμματίσει από την προηγούμενη ημέρα.

Δε μπορούμε να σας μεταφέρουμε με λόγια την εμπειρία μας από αυτό το ισλαμικό τέμενος, που έγινε εκκλησία μετά την εκδίωξη των Αράβων από την Ισπανία. Ένα μόνο θα σας πούμε: πριν κλείσει κάποιος τα μάτια του, πρέπει να επισκεφτεί την πόλη και το τέμενος με τις 856 κολώνες και την υποβλητική ατμόσφαιρα.


είσοδος στο τέμενος είναι στα 13 ευρώ.

Οι Άραβες κατέκτησαν την Ιβηρική το 711 και παρέμειναν εκεί σχεδόν 800 χρόνια. Η επίδραση που είχαν στον πολιτισμό της Ισπανίας, αλλά και της Ευρώπης είναι εμφανής. Η Encyclopedia Britannica γράφει, ότι οι Άραβες αφομοίωσαν τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού, στα οποία έκαναν σημαντικές προσθήκες και τα οποία σαν σύνολο έγιναν προσιτά στη δύση μέσω των Μαυριτανών της Ισπανίας. Επίσης, αποτέλεσαν τη γέφυρα για τη μετάδοση τεχνολογίας των ανατολικών πολιτισμών, όπως η Ινδία και η Κίνα. Ένα παράδειγμα είναι ότι η πρώτη κατασκευή χαρτιού στην Ευρώπη, έγινε από τους Άραβες στην Ισπανία το 1056.



Η Cordoba, την εποχή του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών, είχε 500 χιλιάδες πληθυσμό, ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη και ένας φάρος των τεχνών, της επιστήμης και του πολιτισμού.

Καθίσαμε σε μια μεγάλη περίκλειστη πλατεία, για μια παγωμένη μπύρα και μια sangria. Η διπλανή παρέα νεαρών τραγουδούσε τραγούδια φλαμένκο, συνοδεία μιας κιθάρας. Σημαίες Παλαιστίνης κρέμονταν από τα μπαλκόνια σαν συμπαράσταση στον λαό της.


Μας έκαναν εντύπωση τα ρολά που χρησιμοποιούν στα μπαλκόνια. Είναι καλαμωτές ή ψάθες, που τις κρεμάνε έξω από τα κάγκελα. Ακόμα και στους ψηλούς ορόφους δε, υπάρχουν κάγκελα στα παράθυρα και στις μπαλκονόπορτες. Η εξήγηση είναι, ότι λόγω ζέστης αφήνουν ανοιχτά τα παράθυρα πολλές ώρες της ημέρας και αυτό αποτελεί ένα μέτρο προστασίας.


16 Σεπτεμβρίου.

"Λούζεται η αγάπη μου στο Γκουανταλκιβίρ

και τ’ άνθη παίρνουν ευωδιά
απ’ το γλυκό κορμί της…"

Αποχαιρετάμε την Κόρδοβα, που έκλεψε τις καρδιές μας, με μια τελευταία βόλτα στον ποταμό Γκουανταλκιβίρ και αυτούς τους στίχους του Λόρκα.


Ο επόμενος προορισμός μας είναι η Σεβίλλη. Σχεδόν πάνω στο δρομολόγιό μας βρίσκεται μια μικρή πόλη, που τη λένε Marinaleda. Έχει πρωταγωνιστήσει πολλές φορές στα ΜΜΕ και περιγράφεται ως μια «δημοκρατική, σοσιαλιστική ουτοπία». Στο χωριό δεν υπάρχει αστυνομία, έγκλημα ή ανεργία. Η οικονομία βασίζεται σε έναν αγροτικό συνεταιρισμό, που έχουν δημιουργήσει μετά την απαλλοτρίωση και κατάληψη γαιών από τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Όλοι οι εργαζόμενοι παίρνουν τον ίδιο μισθό. Το οικιστικό πρόγραμμα της κοινότητας βοηθάει τους κατοίκους που θέλουν να χτίσουν δικό τους σπίτι, παρέχοντας τα υλικά, τη γη και τον αρχιτέκτονα. Αυτά με μόνο 15 ευρώ τον μήνα, με προϋπόθεση να μην πωληθεί το σπίτι.

Θελήσαμε να επισκεφτούμε αυτή τη μικρή κοινότητα και να κάνουμε εκεί τη στάση μας για έναν καφέ. Μπαίνοντας στην πόλη είδαμε συνθήματα ζωγραφισμένα στους τοίχους και σταματήσαμε για μερικές φωτογραφίες. Προσέξαμε, ότι στο χωριό είχε φτάσει και μια αντιπροσωπία από την Ελλάδα, σε ένα «Οδοιπορικό Αλληλεγγύης», όπως έγραφε.

Brigada de Grecia Noviembre 2011- Οδοιπορικό αλληλεγγύης

Και πάλι, δεν έβλεπες ψυχή στους δρόμους. Τα παιδιά ήταν στα σχολεία τους και οι εργαζόμενοι στις δουλειές τους.

Εντέλει, βρήκαμε ένα καφέ, μπήκαμε για να παραγγείλουμε και καταλάβαμε ότι το προηγούμενο βράδυ θα πρέπει να είχε γίνει ένα τρικούβερτο γλέντι, αφού πάνω στη μπάρα είχε βουνά από ποτήρια.

Κάτσαμε λοιπόν να πιούμε το καφεδάκι μας και  ζητήσαμε ένα τασάκι για το τσιγάρο. «Κάτω πετάξτε το!», μας απάντησε η κοπέλα του μαγαζιού με ένα χαμόγελο, «θα τα σκουπίσουμε!». Γενικά στην Ισπανία, δεν τα πάνε και τόσο καλά με τα τασάκια. Ίσως ήταν αυτό που ανάγκασε την κυβέρνηση να ψηφίσει νόμο που επιβαρύνει τις καπνοβιομηχανίες για τον καθαρισμό των δρόμων από τα αποτσίγαρα.

Συνεχίζουμε για το κατάλυμα στην ευρύτερη περιοχή της Σεβίλλης, μιας και οι τιμές κοντά στην πόλη είναι απαγορευτικές για μας. Ξεφορτώνουμε, ετοιμαζόμαστε και αναχωρούμε για το κέντρο που βρίσκεται 15 χλμ. μακριά.

Η Σεβίλλη είναι η μεγαλύτερη πόλη της Ανδαλουσίας και ο μύθος λέει ότι την ίδρυσε ο Ηρακλής. Έχει το μόνο εμπορικό ποτάμιο λιμάνι στην Ισπανία, 80 χλμ. από τον Ατλαντικό, πάνω στις όχθες του Γκουανταλκιβίρ. Το 1478 ιδρύθηκε στη Σεβίλλη το πρώτο δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης.

Η θερμοκρασία έχει πιάσει τους 41 βαθμούς, αλλά δεν πτοούμαστε και ξεκινάμε να δούμε τα σημεία του ενδιαφέροντός μας.

Ξεκινάμε με τον Καθεδρικό Ναό, τον μεγαλύτερο γοτθικό ναό του κόσμου, με το καμπαναριό που κάποτε ήταν ο μιναρές του τζαμιού, που προϋπήρχε εκεί.


Συνεχίσαμε τη βόλτα μας ως την Plaza de España. Βρίσκεται στο Πάρκο Μαρία Λουΐζα και χτίστηκε για την Ιβηροαμερικανική Έκθεση του 1929. Εκεί θα παρουσίαζαν τα εκθέματα βιομηχανίας και τεχνολογίας της Ισπανίας.




Η πλατεία μας εντυπωσίασε με το κανάλι της, τις γέφυρες, τους πύργους και τα παγκάκια. Το κανάλι έχει μήκος 515 μέτρα και μπορείτε να νοικιάσετε βαρκάκι για να το διασχίσετε. Η πλατεία είναι διακοσμημένη με τα περίφημα azulejos, δηλαδή τα μπλε πλακάκια, που συναντήσαμε και στην Πορτογαλία.



Μέσα σε μια από τις στοές της πλατείας σταθήκαμε και παρακολουθήσαμε μια παράσταση φλαμένκο, που είχε στηθεί από ένα μικρό σχήμα.


Το Αλκάθαρ της Σεβίλλης (Βασιλικό Παλάτι) επιλέξαμε να μην το επισκεφτούμε, έχοντας βάλει στο πρόγραμμα το Παλάτι Αλάμπρα της Γρανάδας.

Ο ήλιος άρχισε να δύει κι εμείς έπρεπε να επιστρέψουμε για λίγη ξεκούραση μέχρι την επόμενη μέρα, που θα ήταν η τελευταία στην Ισπανία, πριν αναχωρήσουμε για το Μαρόκο.


17 ΣεπτεμβρίουΚατευθυνθήκαμε νότια με σκοπό να διανυκτερεύσουμε κοντά στην Tarifa, απ΄όπου θα παίρναμε το φέρρυ για Ταγγέρη.

Μιας και μας αρέσουν τα περίεργα και οι τρελές ιστορίες, σταματήσαμε για μερικά λεπτά σε ένα χωριό που λέγεται El Palmar de Troya.

Τη δεκαετία του 1960 κυκλοφόρησε η φήμη ότι μερικά κορίτσια είδαν τη μορφή της Παναγίας. Ένας τύπος ονόματι Clemente Domínguez εκμεταλλεύτηκε τη φήμη και ίδρυσε μια εκκλησία με το όνομα Παλμαριανή Καθολική Εκκλησία. Μετά τον θάνατο του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ το 1978, ο Domínguez αυτοδιορίστηκε διάδοχος και αφόρισε τον Πάπα Ιωάννη Β’, ως σφετεριστή, προδότη και αντίχριστο… Από τότε, έχει υπάρξει διαδοχή διαφόρων ατόμων στη θέση του «Πάπα».

Τα μέλη της εκκλησίας απαγορεύεται να διαβάζουν εφημερίδες, να παρακολουθούν τηλεόραση ή να βλέπουν ταινίες και να συναναστρέφονται με άτομα εκτός της αίρεσης.

Έχουν χτίσει μια τεράστια βασιλική, που περιβάλλεται από ένα τείχος 600 μέτρων και ύψος 3,5 μέτρων, όπου φυσικά δεν επιτρέπεται η είσοδος σε μη μέλη.


Σταματήσαμε σε ένα βενζινάδικο να φουλάρουμε και ρωτήσαμε τον υπάλληλο τι τρέχει με αυτούς και πως μπόρεσαν να χτίσουν έναν τόσο μεγάλο ναό. Μας απάντησε, ότι έχουν πολλούς δωρητές από διάφορα μέρη του κόσμου. Έλα "Πάπα" στον τόπο σου!

Συνεχίσαμε για ένα από τα «Λευκά Χωριά» της Ανδαλουσίας, το Arcos de la Frontera. Το λευκό δεν είναι κάτι που μας κάνει εντύπωση, αφού κι εμείς στην Ελλάδα ασπρίζουμε τα σπίτια, τους τοίχους και τα πεζούλια.

Το χωριό Arcos de la Frontera, χτισμένο πάνω σε βράχους με ένα ποτάμι να το κυκλώνει, θεωρείται από τα πιο όμορφα Λευκά Χωριά κι έτσι περάσαμε για μια σύντομη επίσκεψη και κατόπιν κατευθυνθήκαμε προς ένα σημείο απ΄όπου θα μπορούσαμε να έχουμε μια πανοραμική άποψη. Πράγματι, η θέα από το σημείο ήταν μαγευτική.


Μια μικρή στάση στην πίστα αγώνων ταχύτητας στην Jerez και συνέχεια για  το κατάλυμα σε ένα χωριό λίγο έξω από την Tarifa. Η μεγάλη έκπληξη ήταν ότι η ρεσεψιονίστ μίλαγε άπταιστα Αγγλικά, αλλά όταν της το επισημάναμε, μας λύθηκε η απορία: ήταν Πορτογαλίδα…


Είχαμε ενημερωθεί για τα δρομολόγια για την Ταγγέρη και δεν χρειαζόταν να εκδώσουμε εισιτήρια εκ των προτέρων, παρά μόνο σε ένα εκδοτήριο πριν την αναχώρησή μας.

Κατεβήκαμε στο πλησιέστερο παραθαλάσσιο χωριό, το Barbate, που κάποτε ήταν γνωστό ως Barbate de Franco, αφού ο δικτάτορας πέρναγε πολύ από τον ελεύθερο χρόνο του ψαρεύοντας στο χωριό.



Στην Ισπανία υπάρχει άφθονο ψάρι στα εστιατόρια και στα μαγειρεία. Σε κάποιες περιοχές ο τόνος είναι η σπεσιαλιτέ και το ψάρεμά του την άνοιξη, αποτελεί το γεγονός της χρονιάς.


Είναι η τελευταία νύχτα στην Ισπανία, αφού αύριο σαλπάρουμε για Μαρόκο και η προσμονή είναι μεγάλη.

Καληνύχτα Ευρώπη, καλημέρα Αφρική!
 
18 Σεπτεμβρίου. Έγερση στις 06.00 και αναχώρηση με το πρώτο φως της ημέρας για την Tarifa. Το όνομα Tarifa προέρχεται από τον Tarif ibn Malik, ο οποίος ξεκίνησε την κατάκτηση της Ιβηρικής από εδώ, το 711.

Τα εκδοτήρια των εισιτηρίων ήταν κλειστά κι έτσι κάναμε τη βόλτα μας στο νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ευρώπης, την Punta de Tarifa. Αρχικά ήταν το Ταίναρο το νοτιότερο σημείο, αλλά αφού οι Ισπανοί ένωσαν με ένα δρομάκι το νησί Isla de Las Palomas με τη στεριά, πήρε η Tarifa την πρωτιά. Σε αυτό το σημείο ενώνεται ο Ατλαντικός Ωκεανός με τη Μεσόγειο Θάλασσα.

Με αυτό το δρομάκι μας πήραν την "πρωτιά"

Επιστρέψαμε στο εκδοτήριο, για να βγάλουμε τα εισιτήρια. Αποφασίσαμε να φύγουμε με μια μαροκινή εταιρεία, λόγω του ότι διαβάσαμε ότι η ρουτίνα του ελέγχου γινόταν εν πλω, άρα συντόμευε ο χρόνος. Επιλέξαμε την Ταγγέρη κι όχι τη Θέουτα, γιατί από ενημέρωση που είχαμε, είχε πολλούς μετανάστες που συνωστίζονταν στα σύνορα και ήταν πιο δύσκολος ο έλεγχος. Βγάλαμε εισιτήρια με ανοιχτή επιστροφή, με 214 ευρώ δύο άτομα και η μοτοσυκλέτα, γλυτώνοντας έτσι 30 ευρώ.


Η αναχώρηση ήταν για τις 12 η ώρα το μεσημέρι και η διαδρομή διήρκησε 45 λεπτά.


Γύρω στη μια βγήκαμε στην Ταγγέρη, την πόλη των κατασκόπων. Από το καράβι βλέπαμε τη μεγάλη παραλιακή λεωφόρο με τους φοίνικες, τα ξενοδοχεία και τα καφέ.

Μέχρι το 1956 ο έλεγχος της πόλης ήταν σε ευρωπαϊκά χέρια. Σήμερα, η πόλη υποδέχεται γύρω στο ένα εκατομμύριο επισκέπτες, κυρίως από την Ισπανία, οι οποίοι περνάν ακόμα και για μια μονοήμερη εκδρομή.

Προτού φύγουμε από το λιμάνι κάναμε συνάλλαγμα και μια ασφάλεια ενός μήνα για τη μηχανή. Η ασφάλεια είχε 95 ευρώ, ποσό όχι ευκαταφρόνητο για τη χώρα. Στη συνέχεια βρήκαμε ένα μαγαζάκι, όπου αγοράσαμε μια κάρτα SIM, κυρίως για το ίντερνετ, και συνεχίσαμε να βρούμε το κατάλυμα. Είχαμε κλείσει ένα διαμέρισμα κάπου στην πόλη. Φτάσαμε σε μια συνοικία, με σειρές πολυκατοικιών λίγων ορόφων. Στα ισόγεια υπήρχαν μεγάλες επιμελώς διακοσμημένες σιδερένιες πόρτες, που υποθέσαμε ότι έκρυβαν πάρκινγκ ή αποθήκες.

Μετά από μια επεισοδιακή συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη, βρήκαμε την άκρη και μπήκαμε στο πρώτο κατάλυμα που επισκεπτόμασταν στη χώρα. Δεν είχαμε καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε ο "ποιητής", όταν έλεγε ότι μπορούσαν να κοιμηθούν 16 άτομα στο διαμέρισμα. Το αντιληφθήκαμε όταν μπήκαμε.

Σαλόνι Νο 1

Σαλόνι Νο 2

Βρήκαμε ένα φαγάδικο κάπου κοντά στο σπίτι, αφού συμβουλευτήκαμε τον χάρτη της Google και φάγαμε πλουσιοπάροχα και πολύ νόστιμα, με 7 ευρώ το άτομο.


Το απόγευμα χαθήκαμε μέσα στα στενά της πολύχρωμης Medina της Ταγγέρης. Χρώματα κι αρώματα, μικρά σοκάκια λαβυρινθώδη, γεμάτα με διάφορα προϊόντα. Κόσμος παντού. Τουρίστες και ντόπιοι. Και η πρώτη επαφή μας με τον γυναικείο πληθυσμό της πόλης, που θα έδινε το στίγμα για όλη την υπόλοιπη χώρα. Πολύ μαντήλα και νικάμπ (να φαίνονται μόνο τα μάτια). Ακάλυπτο κεφάλι ήταν κάτι σπάνιο και μόνο σε μεγάλες πόλεις, όπως η Καζαμπλάνκα και το Ραμπάτ. Η μπούργκα έχει απαγορευτεί στη χώρα από το 2017.


Κουαρτέτο μαντήλας σε χρώματα του μπλε και αποχρώσεις του ερυθρού.

Η κίνηση ήταν χαώδης στην πόλη, και όπως αποδείχτηκε σε όλες τις πόλεις, αλλά προσαρμοστήκαμε αρκετά γρήγορα σε αυτό.

Η πρώτη εντύπωση από τους ανθρώπους της χώρας ήταν άριστη και με αυτήν την εντύπωση αφήσαμε τη χώρα. Χαμογελαστοί, ευγενικοί, έτοιμοι να σε βοηθήσουν σε κάθε περίπτωση, να σε καλωσορίσουν στη χώρα τους και να σε ευχαριστήσουν που την επισκέφτηκες.

Πριν κλείσει η πρώτη ημέρα στο Μαρόκο, είχαμε ήδη κάνει δύο νέες γνωριμίες σε άπταιστα Αγγλικά. Ο ένας ήταν ο Χασάν, του οποίου η μοτοσυκλέτα μάρκας BMW ήταν παρκαρισμένη δίπλα στη δική μας. Μας διηγήθηκε πως σε ένα ταξίδι του στην Πολωνία, και μέσα από το ξενοδοχείο όπου ήταν παρκαρισμένη η μοτοσυκλέτα, του έσκισαν τις μπαγκαζιέρες (LoneRider) και τον έκλεψαν. Μας έδωσε και το τηλέφωνό του, σε περίπτωση που θα χρειαζόμασταν οποιαδήποτε βοήθεια.

Οι Μαροκινοί έχουν δύο επίσημες γλώσσες: την Aραβική και την Amazigh, που είναι η γλώσσα των αυτόχθονων Βερβέρων.  Οι περισσότεροι όμως μιλούν Γαλλικά και στη βόρεια χώρα Ισπανικά. Σε κάποιο βαθμό μπορούσες να συνεννοηθείς και με τα Αγγλικά.

Ενθουσιασμένοι και με προσμονή για το μεγάλο οδοιπορικό που μας περίμενε, επιστρέψαμε στο «σαράϊ» μας.
 
19 Σεπτεμβρίου. Βγαίνοντας από Ταγγέρη και αφήνοντας πίσω τον αστικό ιστό βλέπουμε ένα άλλο Μαρόκο. Σκουπίδια παντού, πλαστικές σακούλες που τις είχε πάρει ο άνεμος να κρέμονται σαν καρποί από τα δέντρα και αυτοσχέδιες χωματερές έξω από κάθε χωριό. 

Φτώχια, μα παντού χαμογελαστά πρόσωπα.

Κάναμε πρώτη στάση στην πόλη Asilah, στις ακτές του Ατλαντικού, που οχυρώθηκε από τους Πορτογάλους το 1471. Είναι το παράδειγμα μιας πόλης, που με την πρωτοβουλία του σωστού ανθρώπου στη σωστή θέση μπορεί να αλλάξει και να αναπτυχθεί. Το Διεθνές Πολιτιστικό Φεστιβάλ Moussem, που καθιερώθηκε από το 1978, έχει αλλάξει την πόλη και έχει αυξήσει το εισόδημα των κατοίκων της.

Σταθήκαμε και παρακολουθήσαμε το σχόλασμα των παιδιών από το σχολείο και τους γονείς να τα περιμένουν για να τα συνοδεύσουν. Οι εικόνες της πανέμορφης πολυχρωμίας μας θάμπωσαν.




Περιμένοντας ο Κώστας στη μοτοσυκλέτα, τον πλησιάζει ένας τύπος που παρουσιάστηκε ως «οδηγός» και μετά προσπάθησε να του πασάρει χασίς. Η χώρα καλλιεργεί κάνναβη εδώ και αιώνες και είναι από τις μεγαλύτερες παραγωγούς παγκοσμίως. Όμως, απαγορεύεται η χρήση του. Παρ΄όλ΄αυτά, πετύχαμε σε δύο περιπτώσεις ανθρώπους που κάπνιζαν.

Γενικώς, είχαμε μάθει ότι οι δρόμοι του Μαρόκου είναι καλοί και ότι δεν θα είχαμε πρόβλημα ακόμα και με το Tracer, που είναι χαμηλό και ακατάλληλο για ανώμαλους δρόμους.

Αφού φύγαμε από Asilah για την αρχαία πόλη Volubilis, πέσαμε σε έναν δρόμο, όπου οι κάτοικοι σε κάθε χωριό είχαν φτιάξει ψηλά σαμαράκια, σε κοντινή απόσταση το ένα με το άλλο. Παρ΄ότι σταματούσαμε σε κάθε ένα από αυτά, το Tracer έξυνε κάτω. Οι λακκούβες ήταν περισσότερες απ΄ότι η άσφαλτος. Η απογοήτευση ήταν τεράστια, γιατί δε γνωρίζαμε τι θα βρίσκαμε μπροστά μας. Μετά από περίπου τρία τέταρτα και με πολύ υπομονή (και αρκετό βρισίδι από τον Κώστα), βγήκαμε επιτέλους σε έναν καλό δρόμο.

Ευτυχώς για εμάς, όλες οι υπόλοιπες διαδρομές που κάναμε μέσα στη χώρα ήταν σε καλούς δρόμους και δεν εννοούμε μόνο τα εθνικά οδικά δίκτυα, αλλά και τους επαρχιακούς.  

Έτσι φτάσαμε στο Volubilis, μια Bερβερική-ρωμαϊκή πόλη του 4ου αι. π.Χ., η οποία στο τέλος του 8ου αι. έγινε η έδρα του Idris Α΄, απόγονο του Μωάμεθ. Ο Idris Α΄ ήταν ο πρώτος ισλαμικός ηγεμόνας του Μαρόκου και θεωρείται ο ιδρυτής του.


Το Volubilis εγκαταλείφθηκε λίγο αργότερα και μεταφέρθηκε κοντά στο σημερινό Moulay Idriss Zerhoun, όπου υποτίθεται ότι βρίσκεται ο τάφος και το μαυσωλείο του Idris Α΄. Γι’ αυτό θεωρείται η πόλη ιερή και αποτελεί προσκύνημα για τους μουσουλμάνους. Λόγω της ιερότητας της πόλης, απαγορευόταν η είσοδος σε μη μουσουλμάνους ως το 1912 και μέχρι το 2005 απαγορευόταν η διανυκτέρευση σε αυτήν.

Μετά το Volubilis κατευθυνθήκαμε προς το Moulay Idriss Zerhoun, για να κάτσουμε να τσιμπήσουμε κάτι. Αφού κάναμε μια αναγνώριση στα φαγάδικα που ήταν όλα σε μια σειρά (προσπαθώντας να καταλάβουμε πιο είναι το λιγότερο βρώμικο), σταματήσαμε μπροστά από μια ψησταριά.


Μια παρέα γυναικών καθόταν και έτρωγε στα τραπεζάκια έξω και με το που κατάλαβαν ότι θέλαμε να κάτσουμε, σηκώθηκαν αμέσως για να μας προσφέρουν το τραπέζι τους. Με τη νοηματική τους δείξαμε ότι δεν είναι απαραίτητο, αλλά αυτές επέμειναν με ένα χαμόγελο.


Ο ψήστης έψηνε σε μια ψησταριά έξω από το μαγαζί και σκεφτήκαμε ότι αφού μέχρι και οι ντομάτες είναι ψητές, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα. Εννοείται ότι στη χώρα δε σερβίρουν αλκοόλ.


Ο ευγενέστατος σερβιτόρος, αφού μας περιποιήθηκε, μπήκε στο μαγαζί, όπου κάπνισε μια μακριά πίπα με κάτι που σίγουρα δεν ήταν καπνός και που έκρυψε επιμελώς όταν ο Κώστας μπήκε στο μαγαζί για να επισκεφθεί την τουαλέτα.

Επιλέξαμε την πόλη Meknes, την «Πόλη των εκατό μιναρέδων», όπως την αποκαλούν, για την επόμενη διανυκτέρευσή μας. Είναι μια από τις τέσσερις αυτοκρατορικές πόλεις και ιδρύθηκε το 1673 από τον Moulay Ismaïl, τον ιδρυτή της δυναστείας των Αλαουϊτών, που βρίσκεται στην εξουσία ακόμα και σήμερα.

Ο σημερινός βασιλιάς, ο Μοχάμεντ ΣΤ’, ανέβηκε στον θρόνο το 1999. Έχει μια από τις μεγαλύτερες περιουσίες στον κόσμο και μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Έχει δύο παιδιά και είναι διαζευγμένος. Η διαφθορά στο κράτος του Μαρόκου είναι εκτεταμένη και αυτό που πρέπει να αποφεύγεις στη χώρα είναι η δημόσια κριτική για τον βασιλιά και για τη Δυτική Σαχάρα, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα.

Το κατάλυμα στο Meknes είναι τύπου riad και μπορούμε να πούμε ότι ήταν το επιστέγασμα της μαροκινής φιλοξενίας.

Το Meknes θεωρείται η πρωτεύουσα της γεωργίας και η χώρα είναι μία από τις λίγες αραβικές χώρες που έχει τη δυνατότητα να επιτύχει αυτάρκεια στην παραγωγή τροφίμων.

Πήραμε ένα ταξί που μας κατέβασε έξω από την Kasbah (φρούριο) του Moulay Ismaïl, ένα συγκρότημα παλατιών και φρούριο τεραστίων διαστάσεων, που περιβάλλεται από τείχη μήκους 7 χιλιομέτρων. Μέσα σε αυτά τα τείχη βρίσκεται η medina, η παλιά πόλη. Στη μεγάλη πλατεία ο κόσμος διασκέδαζε με διάφορα θεάματα και οι γυναίκες κάθονταν στα πεζοδρόμια και στα πεζούλια περνώντας την ώρα τους.



Μαροκινή ρούγα

Το Μαρόκο ήταν γαλλική αποικία μεταξύ 1912 και 1956. Άποικοι, που είχαν οικειοποιηθεί γη στο Meknes, αποπειράθηκαν το 1937 να αλλάξουν την πορεία των νερών του ποταμού προς όφελός τους και να στερήσουν την πηγή νερού από τους ντόπιους. Η αλαζονεία των Γάλλων ώθησε τους κατοίκους σε ανταρσία με 15 νεκρούς.

Είναι αργά το απόγευμα πια και εκμεταλλευόμαστε το τελευταίο φως για τη γνωριμία μας με την πόλη.

 
20 Σεπτεμβρίου και η μέρα ξεκινά με βασιλικό πρωινό και περιποίηση.


Μπήκαμε στην εθνική οδό, που περιλαμβάνει διόδια (5,80 ευρώ από το Μεκνές ως την Καζαμπλάνκα), έχοντας την τρομερή χθεσινή εμπειρία στο μυαλό μας, αλλά και γιατί θέλαμε να κινηθούμε γρήγορα.

Σε όλη τη χώρα υπάρχουν μπλόκα στους δρόμους, ειδικά σε κάθε είσοδο και έξοδο από πόλεις και χωριά. Εκεί, θα πρέπει να σταματήσεις και να περιμένεις μέχρι να σου κάνουν νόημα να περάσεις. Εμάς δεν μας έλεγξαν ποτέ, αλλά στους ντόπιους βλέπαμε συχνά να τους γίνεται κάποιος έλεγχος.

Φτάσαμε στην πρωτεύουσα Ραμπάτ και μείναμε έκπληκτοι. Μια μεγάλη λεωφόρος, με δέντρα αριστερά - δεξιά και φρουρούς ανά 30 μέτρα. Ανά τριάντα μέτρα υπήρχε και ένας οδοκαθαριστής, με μια σκούπα κι ένα φαράσι, που απ΄ότι μας φάνηκε, έκανε ότι σκούπιζε, αφού ήταν τόσο καθαρά που δεν υπήρχε ούτε ένα φυλλαράκι στον δρόμο. Ήταν, βλέπετε, το βασιλικό παλάτι εκεί. Διαβάζουμε ότι για την συντήρηση του παλατιού και της βασιλικής οικογένειας, ο προϋπολογισμός φτάνει στα 450 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, όταν υπάρχουν περιοχές που δεν έχουν τρεχούμενο νερό στις βρύσες τους.

To Ραμπάτ είναι μια από τις αυτοκρατορικές πόλεις του Μαρόκου, δηλαδή μια από τις τέσσερις πρωτεύουσες στην μακραίωνη ιστορία του. Η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από το Φες στο Ραμπάτ το 1912, από τους Γάλλους.

Παρκάραμε τη μοτοσυκλέτα έξω από τKasbah των Udayas του 12ου αιώνα και περάσαμε την πύλη του. Περπατήσαμε μέσα στα στενά δρομάκια της medina, ώσπου φτάσαμε στο σημείο με την πανοραμική θέα στις εκβολές του ποταμού Bou Regreg και στην πόλη Salé.

Τοκ - Τοκ 

Το Salé, μαζί με το Ραμπάτ, έχει μια ενδιαφέρουσα πειρατική ιστορία να μας διηγηθεί. Όταν ο βασιλιάς Φίλιππος Γ’ της Ισπανίας απέλασε όλους τους “moriscos” (μουσουλμάνοι που εξαναγκάστηκαν στον εκχριστιανισμό τον μεσαίωνα) από την Ισπανία το 1609, 270.000-300.000 moriscos έφυγαν υπό την απειλή του θανάτου. Απαγορευόταν να πάρουν μαζί τους χρήματα ή κοσμήματα, παρά μόνο ότι αντικείμενα μπορούσαν να κουβαλήσουν. Δύο χιλιάδες από αυτούς κατέληξαν στο Salé και κατέλαβαν την kazbah του Ραμπάτ. Ίδρυσαν μια δική τους δημοκρατία, την Δημοκρατία του Salé (1626-1668), η οποία αποτέλεσε βάση για κουρσάρους, γνωστοί κι ως «Πειρατές του Salé».


Για την εξάλειψη της πειρατείας, το Salé βομβαρδίστηκε από τους Άγγλους και τους Γάλλους το 1828-1829.



Επιστρέψαμε στο πάρκινγκ, όπου είχαμε αφήσει τη μοτοσυκλέτα με αντίτιμο 1 ευρώ. Ακριβώς απέναντι, σε ένα απέραντο νεκροταφείο, βλέπαμε συγγενείς και φίλους να τιμούν τους νεκρούς τους.


Αναχωρήσαμε για Καζαμπλάνκα, όπου θα διανυκτερεύαμε. Το καλό ήταν ότι σκοτείνιαζε γύρω στις εννιά, πράγμα που μεγάλωνε την ημέρα μας και μας επέτρεπε να δούμε περισσότερα πράγματα.

Φτάσαμε γύρω στις πέντε και βιαστήκαμε να βγούμε στην πόλη για εξερεύνηση.


Η Καζαμπλάνκα είναι η μεγαλύτερη πόλη της χώρας, με το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι. Ποιος δεν γνωρίζει την κινηματογραφική ταινία «Καζαμπλάνκα», που εκτυλίσσεται στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο; Εκεί κατέφευγαν πολλοί  Ευρωπαίοι, για να γλυτώσουν από τον πόλεμο.  Η πόλη τυπικά ήταν ουδέτερο έδαφος, αλλά ουσιαστικά ήταν υπό την κατοχή της κυβέρνησης του Βισύ, δηλαδή της γαλλικής κυβέρνησης που συνεργαζόταν με τους Ναζί.

Η συνοικία όπου μέναμε ήταν μοντέρνα και καθαρή. Φτάσαμε περπατώντας στο τζαμί του Χασάν Β’, που είναι από τα μεγαλύτερα του κόσμου. Ο μιναρές του φτάνει στα 230 μέτρα. Οι μιναρέδες στο Μαρόκο δεν ακολουθούν την αρχιτεκτονική που έχουμε δει π.χ. στην Τουρκία ή σε άλλες μουσουλμανικές χώρες, αλλά είναι τετράγωνοι.


Το τζαμί βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη θάλασσα, σε ένα ακρωτήρι. Πλησιάσαμε την ακτή και είδαμε ότι άντρες και αγόρια κολυμπούσαν στα κύματα, τα οποία τους δυσκόλευαν να βγουν από τη θάλασσα. Η εικόνα των πλαστικών, που είχαν ξεβραστεί στην όχθη, ήταν κάτι που μας ενόχλησε, αλλά που θα μας ακολουθούσε σε όλη τη χώρα. Κάθε χρόνο πέφτουν 75.000 τόνοι πλαστικών στη θάλασσα του Μαρόκου.


Βερβέρικη χένα σε σχέδιο Amazigh

Στην Καζαμπλάνκα φάγαμε για πρώτη φορά “tajin”. Είναι ένα πήλινο σκεύος, σαν μικρή γάστρα, αποτελούμενο από το πιάτο και ένα κωνικό καπάκι. Συνάμα, λέγεται και το γεύμα tajin, το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με διάφορα υλικά. Στο φέρνουν στο τραπέζι και στο ξεσκεπάζουν μπροστά σου, ενώ εξακολουθεί να βράζει. Μια εξήγηση για την προέλευση της λέξης είναι από το ελληνικό «τάγηνον», δηλαδή τηγάνι. Είναι εξαιρετικά νόστιμο και το προτιμήσαμε αρκετές φορές.

 
21 Σεπτεμβρίου. Αναχωρήσαμε από Καζαμπλάνκα 8 το πρωί, αφού πρώτα βγάλαμε μια τελευταία αναμνηστική φωτογραφία μπροστά στο τζαμί του Χασάν Β’.


Μια στάση στην El Jadida, μετά από μια ώρα οδήγησης, μια βόλτα στο πορτογαλικό θαλασσινό φρούριο και αναχώρηση για Essaouira, που απέχει άλλες τρεισήμισι ώρες από την εθνική οδό.


Είχαμε επιλέξει την «Πόλη των Ανέμων», όπως χαρακτηρίζουν την Essaouira, για την επόμενη διανυκτέρευσή μας. Η πόλη είναι δημοφιλής στους τουρίστες, οι οποίοι απολαμβάνουν τον ήλιο στην αμμουδερή παραλία, κάνουν kite-surf, ιππεύουν τις καμήλες δίπλα στη θάλασσα ή χάνονται στη medina, που και αυτή αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.



Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, της πόλης είναι το λιμάνι της. Κάποτε ήταν το πιο σημαντικό εμπορικό λιμάνι, αφού εκεί κατέληγαν τα καραβάνια για να φορτώσουν τα εμπορεύματά τους. Σήμερα αγκυροβολούν εκεί οι μπλε ψαρόβαρκες με τις βαθιές καρίνες.

Χωρίς την Essaouira έχουμε την αίσθηση ότι θα είχαμε χάσει το μισό Μαρόκο. Ήταν τόσο δυνατή η εμπειρία, που θα μείνει χαραγμένη για πάντα στις μύτες μας. Η μπόχα από την πολυκαιρισμένη ψαρίλα, ανακατεμένη με τη μυρωδιά των υπόνομων ήταν τόσο έντονη, που για μια στιγμή ανακατευτήκαμε.




Δίπλα από τις ψαρόβαρκες υπάρχει μια θαλάσσια πύλη, την οποία έχτισε ο Ahmed el Inglizi, ένας Άγγλος αρχιτέκτονας, που άλλαξε πίστη και έζησε στο Μαρόκο. Λέγεται ότι ήταν κουρσάρος με τους Πειρατές του Salé. Ένα τσούρμο αγόρια σκαρφάλωναν πάνω στην πύλη και βούταγαν στο λιμάνι.  Ήταν σαν το παιχνίδι της γάτας και του ποντικού, αφού οι φύλακες της πύλης υποτίθεται ότι βρίσκονταν εκεί για να επιτηρούν.


       


Στην παραλία λιάζονταν και κολυμπούσαν τουρίστες. Ντόπιους είδαμε μόνο άντρες και αγόρια. Οι γυναίκες να ήταν μια, δύο, με το λεγόμενο «burkini”, δηλαδή μαγιό σαν ολόσωμη φόρμα.


Οι τουρίστριες όμως, φορούσαν το μπικίνι τους και σουλατσάρανε στον παραλιακό δρόμο.


Ο Κώστας είχε προνοήσει να φορέσει το μαγιό του για να κολυμπήσει  στη θάλασσα του Ατλαντικού. Σαν της Ελλάδας, δεν υπάρχει, αποφάνθηκε.

Η πόλη έχει υπάρξει το σκηνικό για ταινίες όπως τo “Οθέλλο» του Όρσον Ουέλς και το «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών».



Προχωρώντας μέσα στη medina, βρήκαμε ένα τοσοδούλι εστιατόριο, που χώραγε τέσσερα τραπέζια, το ένα στρυμωγμένο κοντά στο άλλο. Το tajine με τις γαρίδες δε, εξαιρετικό!

Οι γάτες μάλλον είναι προστατευόμενο είδος στη χώρα. 

Γυρνώντας στο ξενοδοχείο  πετύχαμε τον ήλιο στη δύση του σε μωβ, ροζ και πορτοκαλί χρώματα. Αξέχαστη εικόνα, αξέχαστη Essaouira


22 Σεπτεμβρίου. Πρωινή αναχώρηση με τελικό προορισμό το SidiIfni, στις όχθες του Ατλαντικού.

Είδαμε το τοπίο να αλλάζει από ορεινό, σε παραθαλάσσιο και εκτάσεις με δέντρα αργκάν, που φύονται μόνο στο νοτιοδυτικό Μαρόκο. Υπάρχουν 21 εκατομμύρια δέντρα, που αντέχουν στις υψηλές θερμοκρασίες και έχουν μικρές απαιτήσεις σε νερό. Είναι γνωστό στους Βέρβερους ως το «Δέντρο της Ζωής», για τις ευεργετικές του ιδιότητες. Φτάνουν σε ύψος 8 ως 10 μέτρων και ζουν ως 200 χρόνια.

Κατά μήκος του δρόμου βλέπαμε συχνά ταμπέλες συνεταιρισμών γυναικών, που πουλούσαν λάδι αργκάν. Οι γυναίκες αλέθουν τους καρπούς επί αιώνες, μεταδίδοντας τη γνώση από γενιά σε γενιά.

Κάναμε μια στάση στο Agadir για φαγητό και βλέπουμε ξανά το ίδιο σκηνικό: ένας φαρδύς, πεντακάθαρος δρόμος. Παλάτι εδώ, σκεφτόμαστε…

Το Agadir είναι μια μεγάλη, σύγχρονη πόλη ή οποία στο παρελθόν είχε χτυπηθεί από δυο μεγάλους σεισμούς, που την ισοπέδωσαν.

Συνεχίσαμε νότια, με το τοπίο να γίνεται πλέον ερημικό.


Δεξιά μας εναλλάσσονταν οι τεράστιες παραλίες, με βράχους που βουτούσαν στον ωκεανό.  Βλέπαμε πολλά παραπήγματα που είχαν στηθεί και υποθέσαμε ότι είναι ψαράδων.



Φτάνοντας στο Sidi Ifni και στο κατάλυμά μας, μάς υποδέχθηκε η Γαλλίδα ιδιοκτήτρια στον μικρό κήπο, πίσω από μια μεγάλη σιδερένια πόρτα. Η καθαριότητα του δωματίου, και του χώρου γενικά, ήταν καλοδεχούμενη. Τα καταλύματα στη χώρα, και ειδικά στις τουριστικές περιοχές, είναι αρκετά υψηλά σε τιμές και χαμηλά σε παροχές και καθαριότητα.


Το Sidi Ifni ιδρύθηκε από Ισπανούς το 1476, με την ονομασία Santa Cruz de la Mar Pequeña, ως δουλεμπορικό και αλιευτικό λιμάνι. Εγκαταλείφθηκε μετά από περίπου πενήντα χρόνια, αλλά μετά τον Ισπανό - Μαροκινό πόλεμο του 1860, δόθηκε και πάλι στην Ισπανία. Το Μαρόκο απέκτησε την ανεξαρτησία του από τους Γάλλους το 1955, αλλά οι Ισπανοί αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το Sidi Ifni. Μετά από διεθνείς πιέσεις, η Ισπανία παραχώρησε την πόλη στο Μαρόκο το 1969.

Η ημέρα έκλεισε σε πιτσαρία, παρέα με έναν Λιθουανό, που ταξίδευε με ένα Husqvarna.
 
23 Σεπτεμβρίου και σήμερα φτάνουμε στο απώτατο σημείο του ταξιδιού μας – την El Marsa στη Δυτική Σαχάρα. Μα πρώτα κατεβαίνουμε στην παραλία του Sidi Ifni, για να δούμε το θαλάσσιο τελεφερίκ, το οποίο είχαν στήσει οι Ισπανοί στα 550 μέτρα μέσα στη θάλασσα. Τα νερά ήταν αβαθή  και με το τελεφερίκ μετέφεραν τα φορτία στα πλοία.


Ξεκινήσαμε αργά για τα χιλιόμετρα που είχαμε να καλύψουμε. Μετά το ορεινό κομμάτι, το τοπίο άλλαξε χρώμα και το ελάχιστο πράσινο που είχε μείνει είχε παραδοθεί στο μπεζ της άμμου. Από τα μέσα της διαδρομής και μετά ο βόρειο - βορειοανατολικός άνεμος μας ταλαιπώρησε. Η άμμος είχε καλύψει σημεία του δρόμου. Μπουλντόζες, που ήταν σταθμευμένες δίπλα στο οδικό δίκτυο, καθάριζαν τη λεπτή άμμο.  Είχαμε μπει στη Σαχάρα.




Μετά από πόσα χιλιόμετρα και αμέτρητα μπλόκα, μας σταμάτησαν για έλεγχο διαβατηρίων στην είσοδο της πόλης Laayoune, που είναι η μεγαλύτερη πόλη της Δυτικής Σαχάρας.


Επίσης, μας ρώτησαν που πάμε και που θα κοιμηθούμε. Προσπαθώντας να θυμηθούμε το όνομα του ξενοδοχείου, μας πρόλαβαν. Προφανώς όλοι οι ξένοι εκεί κατέληγαν, μιας και ήταν το πιο αξιοπρεπές, πάντα με τα στάνταρ του τόπου. Προσπεράσαμε την Laayoune και φτάσαμε στην κοντινή El Marsa, που βρίσκεται στις όχθες του Ατλαντικού.

Η πόλη δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον και οι ώρες δεν περνούσαν, αλλά είχαμε κλείσει δύο νύχτες για να προλάβουμε να ξεκουραστούμε και να πλύνουμε ρούχα.

Βγήκαμε μια βόλτα, αλλά δεν υπήρχε ψυχή έξω νωρίς το απόγευμα. Βγαίνοντας όμως ξανά, όταν σκοτείνιασε, η αγορά ήταν γεμάτη από κόσμο και αυτό που μας έκανε εντύπωση ήταν η πληθώρα των φρούτων και των λαχανικών.

Εκεί συναντήσαμε και τον Ζαχαρία. Τον αστυνομικό με την Kawasaki Versys. Ήταν ένας συμπαθέστατος άνθρωπος και στα μισά Γαλλικά, μισά Αγγλικά μπορέσαμε να μιλήσουμε λίγο. Μας ανέφερε τρεις Έλληνες που δουλεύουν για λογαριασμό μιας ελληνικής κατασκευαστικής εταιρείας, η οποία φτιάχνει ένα λιμάνι λίγο παρακάτω. Και φυσικά ήξερε που μένουμε, χωρίς να χρειαστεί να του το πούμε εμείς. Αυτή ήταν η δουλειά του, προφανώς…


Το 1885, όταν οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις μοίρασαν την Αφρική μεταξύ τους στο Συνέδριο του Βερολίνου, η Ισπανία πήρε αυτό το κομμάτι που σήμερα ονομάζεται Δυτική Σαχάρα και το ονόμασε Ισπανική Σαχάρα. Την εποχή των αποαποικιοποιήσεων στην δεκαετία του 1970, η Ισπανία αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει. Τότε ξεκίνησε η κατοχή του Μαρόκου επί της Δυτικής Σαχάρας. Έχει χαρακτηριστεί ως «η τελευταία αποικία της Αφρικής».

Οι γηγενείς, που λέγονται Σαχράουι, ανακήρυξαν τη Λαϊκή Δημοκρατία των Σαχράουι (SADR), η οποία βρισκόταν σε πόλεμο με το Μαρόκο ως το 1991, έτος κατά το οποίο θα γινόταν ένα δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεσή τους, το οποίο όμως δεν έγινε ποτέ. Στο μεταξύ, 170.000 Σαχράουι ζουν από το 1975 σε στρατόπεδα προσφύγων στην Αλγερία, στην περιοχή Tindouf. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν γεννηθεί και ζουν στα στρατόπεδα σαράντα χρόνια.

Οι μαροκινοί έχουν χτίσει ένα τείχος μήκους 2.700 χιλιομέτρων (το λεγόμενο BERM) για να διαχωρίσει τις ανατολικές περιοχές που ελέγχονται από τους Σαχράουι.


Τα δύο κράτη που έχουν αναγνωρίσει την περιοχή ως μέρος του Μαρόκου είναι οι ΗΠΑ (Donald Trump) και το Ισραήλ. Το Διεθνές Δικαστήριο δεν έχει αναγνωρίσει την κυριαρχία του Μαρόκου.

Η ιστορία αυτή μας θυμίζει τον ρόλο που έχουν παίξει οι Ευρωπαίοι, των οποίων η σιωπή σε αυτή την περίπτωση είναι εκκωφαντική.

Είχαμε δει το Μαρόκο στον χάρτη της Google πολλές φορές ενώ είμασταν στην Ελλάδα. Κοιτώντας τον ξανά με την κάρτα SIM της χώρας παρατηρήσαμε ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Μαρόκο και Δυτικής Σαχάρας δεν υπήρχε!

Αριστερά είναι αυτό που βλέπετε με την SIM του Μαρόκου, χωρίς
την διακεκομμένη γραμμή που υπάρχει στο δεξί με την Ελληνiκή SIM

24 Σεπτεμβρίου. Είχαμε ακόμα μια μέρα στη διάθεσή μας κι έτσι πήγαμε να δούμε ένα ναυάγιο κοντά στην πόλη. Το πλοίο είχε το όνομα «Que sera, sera”, που σημαίνει: «Ότι είναι να γίνει, θα γίνει». Βρεθήκαμε σε ένα τεράστιο εργοτάξιο, που έμοιαζε σαν ανάπλαση του παραλιακού μετώπου. Μας φάνηκε τόσο εκτός πραγματικότητας, γιατί η πόλη είναι φτωχική και οι μόνοι τουρίστες είμασταν εμείς οι δύο κι ένας Σλοβένος, με μια μοτοσυκλέτα κι αυτός.


Αποφασίσαμε να φύγουμε νωρίς την επόμενη μέρα, για να προλάβουμε τον αέρα, που συνήθως δυνάμωνε από τις 08.30 και μετά.
 
25 Σεπτεμβρίου. Έγερση στις 06.00 και αναχώρηση στις 07.00 για Tiznit, στα 565 χιλιόμετρα.

Στάση για πρωινό με τα υπέροχα μαροκινά ψωμάκια

Οι Μαροκινοί οδηγούν πολύ προσεκτικά και συντηρητικά στις εθνικές και επαρχιακές οδούς, αλλά μόλις μπουν σε πόλεις μεταμορφώνονται. Εκεί ισχύει το «όποιος προλάβει πρώτος».

Τσακωθήκαμε για λίγο, αλλά μετά τα βρήκαμε

Φτάσαμε στο Tiznit και στο riad που είχαμε κλείσει. Η περίκλειστη αυλή ήταν λουσμένη στο απογευματινό φως και στα χρώματα που είναι διαδεδομένα στη χώρα, το λουλακί και το κροκί.


Η Λεϊλά, η ιδιοκτήτρια, ήταν και καλή μαγείρισσα όπως αποδείχθηκε, γιατί το tajin με κρέας καμήλας ήταν απλά εξαιρετικό.

Το Tiznit αποκαλείται «Η ασημί πρωτεύουσα». Υπάρχουν περισσότεροι από 100 αργυροχόοι στα souk (παζάρια) της medina.



Οι αγορές στα souk της κάθε πόλης είναι η χαρά του αγοραστή. Δυστυχώς, ο χώρος μας ήταν λίγος, αλλά δεν θα μπορούσαμε να μην αγοράσουμε χειροποίητα υποδήματα με παραδοσιακά σχέδια, που τα βρίσκεις σε πολύ καλές τιμές και σε ωραία χρώματα.





26 Σεπτεμβρίου. Αφού εξόντωσε ο Κώστας μια μεγάλη κατσαρίδα στο δωμάτιό μας, ξεκινήσαμε για μια στάση στο Agadir. Η θερμοκρασία στην πόλη ήταν στους 20 βαθμούς, αλλά πλησιάζοντας το Marrakesh, που ήταν ο τελικός προορισμός μας, σκαρφάλωσε στους 33.

Στο Μαρόκο μας δόθηκε η εντύπωση ότι ο χρόνος έχει άλλη διάσταση και σημασία απ΄ότι σε εμάς. Βλέπαμε ανθρώπους να πορεύονται πεζή ή στη ράχη ενός γαϊδουριού, στη μέση του πουθενά, και δεν υπήρχε χωριό ή πόλη σε ορατή απόσταση. Αγόρια και κορίτσια με τις σάκες στους ώμους, περπάταγαν μπουλούκια στην ερημιά, για να επιστρέψουν στο χωριό τους μετά το σχόλασμα.

Τα γαϊδουράκια, που για εμάς έχουν γίνει αξιοθέατο στα πάρκα, είναι ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους της χώρας. Είναι χιλιάδες και τα συναντάς παντού. Και στην ύπαιθρο και στα πολύβουα στενά των πόλεων. Κουβαλάν εμπορεύματα, ανθρώπους ή τραβάνε κάρα που λειτουργούν ως συγκοινωνία.


Η διέλευση μέσα από χωριά τις ημέρες που γινότανε παζάρι, πολλές φορές αποδείχθηκε δοκιμασία για τις μύτες μας. Τα προϊόντα ήταν απλωμένα δεξιά-αριστερά, όπως και τα σκουπίδια. Η σκηνή που δύο αγόρια έπαιζαν ποδόσφαιρο σε έναν σκουπιδότοπο, θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μας.

Φτάνουμε στο Marrakesh, που είναι μια από τις αυτοκρατορικές πόλεις. Αποκαλείται  «Κόκκινη πόλη», λόγω του χρώματος που έχουν τα σπίτια και τα τείχη της. Το υλικό με το οποίο χτίζουν τα σπίτια εδώ και αιώνες, λέγεται «pisé», ένα μείγμα από χώμα, νερό, ασβέστη και άχυρο. Στην πόλη Merzouga είδαμε πως χτίζανε χαμηλά σπίτια με αυτό το υλικό. Εκεί μας είπαν ότι όταν ένα σπίτι δεν είναι πλέον κατοικήσιμο, φτιάχνουν ένα άλλο. Έτσι απλά…

Είχαμε κλείσει ένα διαμέρισμα στην πόλη, που ευτυχώς ήταν καθαρό και τακτοποιημένο. Απείχε γύρω στα 8 χιλιόμετρα από το κέντρο και γι΄αυτό κατεβάσαμε μια εφαρμογή για ταξί, που λειτουργούσε με ηλεκτρονικό παζάρι. Του έδινες τις πληροφορίες, σου έδινε η εφαρμογή μια τιμή κατά προσέγγιση, έδινες την προσφορά σου, σου έκανε ο ταξιτζής μια αντιπρόταση και αν συμφωνούσες, έκλεινε το deal. Είμασταν λίγο επιφυλακτικοί στην αρχή, αλλά τελικά λειτούργησε άψογα!

Η κίνηση στις πόλεις είναι χαώδης. Υπάρχουν χιλιάδες μηχανάκια στους δρόμους, που πετάγονται από παντού. Σε ορισμένα σημεία έχουν και ειδική λωρίδα για τα δίτροχα.

Το ταξί μας άφησε κοντά στην πιο πολυσύχναστη πλατεία της Αφρικανικής ηπείρου, την πλατεία Jemaa el  Fna. Η ώρα ήταν γύρω στις έξι το απόγευμα και η πλατεία δεν είχε ακόμα ζωντανέψει. Σκοτεινιάζοντας, άρχισε να γεμίζει με μικροπωλητές, μουσικούς και γητευτές φιδιών. Η ώρα είχε περάσει και ξαναμπήκαμε σε ένα ταξί για να πάμε για ξεκούραση. Η αυριανή ημέρα ήταν αφιερωμένη στο Marrakesh.




 
27 Σεπτεμβρίου. Κατεβήκαμε σχετικά νωρίς στη medina, πριν καλά καλά ανοίξουν τα μαγαζιά. Η θερμοκρασία ήταν στους 33-35 βαθμούς.

Η medina είναι Παγκόσμιο Μνημείο Κληρονομιάς και περιβάλλεται από τείχη 16 χιλιομέτρων. Πολλά από τα σπίτια είναι ετοιμόρροπα και υπάρχουν δοκάρια μεταξύ τους, ώστε το ένα να στηρίζει το άλλο. Τα σοκάκια είναι στενά, λαβυρινθώδη και βρώμικα. Σκουπίδια και ακαθαρσίες από ζώα, σε ένα μείγμα που σου σπάει τη μύτη. Παρ΄όλα τα παραπάνω, υπάρχει μια ακαταμάχητη γοητεία, που μας έκανε να αγαπήσουμε τη χώρα και να θέλουμε να επιστρέψουμε κάποια στιγμή στο μέλλον.


Στην αγορά πωλούν χάλκινα, χαλιά, δερμάτινα είδη, ρούχα, σουβενίρ, αγγεία, υποδήματα, κοσμήματα, καφτάνια, διάφορα μπαχαρικά και αποξηραμένα φρούτα, καλάθια, αρώματα και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Δε νιώθεις καμία πίεση από τους καταστηματάρχες να μπεις να ψωνίσεις τα προϊόντα τους, σε αντίθεση με την κλειστή αγορά στην Κωνσταντινούπολη. Αν σταθείς σε ένα μαγαζί και ενδιαφερθείς για ένα προϊόν, θα σου μιλήσουν. Δε γίνονται φορτικοί.



Ο Κώστας αποδείχθηκε δεινός στο παζάρι, που χωρίς αυτό η ζωή δε θα είχε νόημα για τους Μαροκινούς! Στεκόμαστε σε ένα μαγαζί με μπλουζάκια και ξεκινάει ο διάλογος:

- Πόσο έχουν;
- 150 δηνάρια το ένα.
- Πολλά είναι!
- Πόσα δίνεις; 
- 150 δηνάρια για δύο.
- Δε γίνεται. Στα δίνω στα 250 δηνάρια τα δύο.
- Καλώς. Ευχαριστώ. Γειά.

Απομακρυνόμαστε λίγο και..

- Που πας! Εντάξει! 150 δηνάρια και τα δύο…



Ο Κώστας έπαιζε ένα παιχνίδι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού. Όταν τον ρωτούσαν από που είμαστε, τους απαντούσε: «You have three guesses!» Έπεσε πολύ γέλιο με τις απαντήσεις τους. Να ήταν 5-6 που είπανε Ελλάδα, ενώ τους βοηθούσαμε λέγοντας ότι είναι χώρα Μεσογειακή. Ακούσαμε Πολωνία(!), Φιλανδία(!), Τζαμάϊκα(!!!), Ιταλία, Ισπανία, Αλβανία, Αγγλία, Γερμανία, Τουρκία και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε.



Στα φαγάδικα, που ανοίγουν λίγο αργότερα μέσα στην πλατεία, συμβαίνει το αντίθετο απ΄ότι στα μαγαζάκια στην αγορά. Εκεί έχει το κάθε μαγαζί τον κράχτη του, που προσπαθεί πάση θυσία να σε καθίσει για φαγητό. Κάτσαμε κι εμείς και παρατηρούσαμε τα πλαστικά, τρυπητά καλάθια μέσα στα οποία είχαν τα περίφημα ψωμάκια τους και που ήταν ακουμπισμένα στο έδαφος. Σε όλη τη χώρα βλέπαμε να μεταφέρουν τα ψωμάκια πάνω στα κάρα, μέσα σε μεγάλες πλαστικές σακούλες ή σε καλάθια. Και αν έπεφτε κανένα κάτω; Κανένα πρόβλημα… Το φυσάμε λίγο και το ξαναβάζουμε μέσα.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας μπορούμε να πούμε ότι απ΄όλες τις χώρες που περάσαμε, πιο καλά και νόστιμα φάγαμε στο Μαρόκο.


28 Σεπτεμβρίου. Αναχωρούμε από το Marrakesh με τελικό προορισμό την πόλη Ouarzazate. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα μπαίνουμε στην οροσειρά του Άτλαντα. Η οροσειρά αποτελείται από τρεις οροσειρές παράλληλες μεταξύ τους, με μήκος 2.500 χιλιομέτρων. Ο πληθυσμός τους είναι κυρίως Βέρβεροι. Οι Βέρβεροι, ή Amazigh ή Imazighen, είναι οι αυτόχθονες στην περιοχή της Βόρειας Αφρικής, πριν την άφιξη των Αράβων.

Πρώτη στάση κάναμε στο πέρασμα Tizin'Tichka, σε υψόμετρο 2.205 μέτρα, που συνδέει το Marrakesh με το Ouarzazate. Η θέα είναι συναρπαστική και η μορφολογία του εδάφους είναι μοναδική.

Σήμερα έκαναν και την εμφάνισή τους πολλές μοτοσυκλέτες, με τουρίστες από διάφορες χώρες.



Συνεχίσαμε για Ouarzazate, όπου είχαμε κλείσει ξενοδοχείο. Το Ouarzazate το αποκαλούν «Πύλη της ερήμου». Βρισκόταν πάνω στον δρόμο των καραβανιών, σε υψόμετρο 1160 μέτρων. Στα Βερβέρικα το Ouarzazate σημαίνει «σιωπηλή».

Η πόλη στα μάτια μας ήταν σα σκηνικό κινηματογράφου. Τα κτίρια είναι όλα χτισμένα στον ίδιο ρυθμό και στο ίδιο χρώμα, που μας είναι γνώριμο πια.

Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε με αυτό που συχνά λέμε όταν ταξιδεύουμε: «Παντού υπάρχει ένας Έλληνας». Και για την περίπτωση του Ouarzazate, ο «Δημήτρης», που διατηρεί ένα εστιατόριο και ένα σουπερμάρκετ ακριβώς απέναντί του.


Εκτός από τον τουρισμό, η βιομηχανία του κινηματογράφου συντελεί στην οικονομία της πόλης. Θελήσαμε κι εμείς να δούμε από κοντά τα στούντιο Atlas, στα οποία έχουν γίνει τα γυρίσματα πολλών ταινιών, όπως «Το διαμάντι του Νείλου» και το «Αστερίξ και Οβελίξ, Επιχείρηση Κλεοπάτρα». Μπήκαμε μέσα και πήραμε πληροφορίες από κάποιον που βαριόταν τη ζωή του. Μας είπε ότι όταν θα συμπληρωθεί το γκρουπ με αριθμό Χ ατόμων, θα ξεκινούσε η ξενάγηση, η οποία είχε 10 ευρώ.


Φύγαμε και συνεχίσαμε για το περίφημο Aït Benhaddou. Είναι το καλύτερα σωζόμενο δείγμα ενός ksar, δηλαδή ενός οχυρωμένου χωριού, χτισμένου με το «pisé», που περιγράψαμε πιο πάνω. Περιδιαβαίνοντας το χωριό, νιώθεις σα να έχει γυρίσει ο χρόνος εκατοντάδες χρόνια πίσω. Τα μαγαζάκια που πωλούν σουβενίρ και οι τουρίστες σε επαναφέρουν στο σήμερα.


Πολλά από τα κτίρια έχουν αρχίσει να καταρρέουν λόγω του εύθραυστου αυτού υλικού, που θέλει συχνή συντήρηση.

Το χωριό ανήκει στα Παγκόσμια Μνημεία Κληρονομιάς και έχει γίνει το σκηνικό για πολλές γνωστές ταινίες όπως: Ο Λόρενς της Αραβίας, Οιδίπους Τύραννος, Ιησούς από τη Ναζαρέτ, Ο Τελευταίος Πειρασμός, Ο Μονομάχος, Αλέξανδρος και η Οδύσσεια (που γυρίζεται σήμερα που γράφεται αυτό το κείμενο και στην Πύλο).


Δεν πληρώνεις είσοδο για να επισκεφτείς το Aït Benhaddou, παρά μόνο αν θελήσεις να επισκεφτείς κάποιο kasbah ή μουσείο.


Για την σημερινή μας διανυκτέρευση στο Ouarzazate είχαμε κλείσει ένα ξενοδοχείο της αλυσίδας «Ibis», που τηρεί κάποιες προδιαγραφές και είναι και οικονομική. Εκεί ήπιαμε ένα ποτό. Το πρώτο και το τελευταίο στο Μαρόκο.
 
29 Σεπτεμβρίου. Αναχωρήσαμε για μια επίσκεψη στην Kasbah Amridil, με μια μικρή παράκαμψη, για να δούμε από μακριά τον μεγαλύτερο σταθμό ηλιακής ενέργειας στον κόσμο, τον Noor. Χιλιάδες καθρέφτες αντανακλούν τις ηλιακές ακτίνες, οι οποίες θερμαίνουν τηγμένο αλάτι. Η θερμότητα κατόπιν μετατρέπεται σε ενέργεια. Η δυνατότητα αποθήκευσης ενέργειας φτάνει τις οχτώ ώρες. Πέρα από το γιγάντιο αυτό έργο, μεγάλη εντύπωση μας έκανε η κατανάλωση νερού που απαιτείται για την λειτουργία του, δηλαδή 1,7 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως.

Σαράντα χιλιόμετρα ανατολικά βρίσκεται η Kasbah Amridil. Είναι μια οχυρωμένη κατοικία στην όαση Skoura. Ιδρύθηκε τον 17ο αιώνα και εξακολουθεί να ανήκει στην ίδια οικογένεια των Nasiri. Η οικογένεια ζει σήμερα σε ένα μέρος του συγκροτήματος, που έχει χωριστεί και συμπεριλαμβάνει ένα μουσείο, ξενοδοχείο και καφετέρια. Μιας και δεν είχαμε φάει, καθίσαμε στην εσωτερική αυλή του ξενοδοχείου και παραγγείλαμε πρωινό. Είμασταν μόνοι και αυτό μας επέτρεψε να απολαύσουμε τον υπέροχο αυτόν χώρο σε απόλυτη ησυχία.


Σταθήκαμε για λίγο σε ένα σημείο ψηλά στην πόλη Boumalne Dadès, που βρίσκεται στην αρχή του φαραγγιού Dadès. Κάτω απλώνεται ένα τεράστιο φοινικόδασος, που εκτείνεται όπου φτάνει το βλέμμα μας. Η καλλιέργεια της χουρμαδιάς, που είναι ένα είδος φοινικόδεντρου, γίνεται στην περιοχή του Άτλαντα και σε ορισμένες οάσεις της Σαχάρας.


Στην κοιλάδα του Dadès, βρίσκεται και η «Κοιλάδα των Ρόδων». Είναι μια περιοχή όπου καλλιεργούνται τριαντάφυλλα του είδους Rosa damascena (βλέπε το ταξίδι μας στην Κοιλάδα των Ρόδων στη Βουλγαρία). Η συγκομιδή γίνεται τον Μάιο.


Το φαράγγι Dadès είναι ένας τοπ μοτοσυκλετιστικός προορισμός της χώρας. Ανεβήκαμε παράλληλα με το φαράγγι, που σε ορισμένα σημεία φτάνει τα 500 μέτρα, ως το σημείο που έχει την καλύτερη θέα του πιο στριφτερού κομματιού της διαδρομής, δηλαδή το εστιατόριο Timzzillite. Ο ποταμός Dadès έχει σκάψει τους κόκκινους βράχους σε σχήματα που μοιάζουν με τεράστια δάχτυλα. Υπάρχει μάλιστα ένα σημείο στη διαδρομή, που το αποκαλούν «Τα δάχτυλα του πιθήκου».


Ο δρόμος λένε ότι είναι από τους πιο επικίνδυνους της Αφρικής, μιας και είναι στενός, με πολλές ανηφορικές φουρκέτες, χωρίς προστατευτικές μπάρες και όχι τόσο καλό οδόστρωμα. Εμείς, δεν το είδαμε έτσι.


Στο εστιατόριο Timzzillite γυρίσαμε αναγκαστικά πίσω, γιατί η συνέχεια του δρόμου είναι χωμάτινη και μάλιστα σε κακή κατάσταση, όπως είχαμε ενημερωθεί και που μας επιβεβαίωσε μια παρέα Σλοβένων που μόλις είχε φτάσει.

Συνεχίσαμε για ένα άλλο φαράγγι που είναι σχεδόν παράλληλο με το Dadès, δηλαδή το φαράγγι Todgha, που το έχουν σκάψει οι ποταμοί Dadès και Todgha. Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι του φαραγγιού βρίσκεται στα τελευταία 600 μέτρα του, όπου στενεύει μόλις στα 10 μέτρα, με ύψος βράχων 160 μέτρων.



Εκείνο το βράδι κοιμηθήκαμε και φάγαμε σε ένα ήσυχο μικρό χωριό στο φαράγγι.
 
30 Σεπτεμβρίου. Σήμερα ξεκινάμε χαλαρά για την πόλη Merzouga και για την κορύφωση του ταξιδιού μας – μια νύχτα σε σκηνή στην έρημο Σαχάρα!

Στον δρόμο μας συναντάμε πολλούς μικρούς λοφίσκους στη σειρά και αναγνωρίζουμε αυτό που είχαμε διαβάσει, δηλαδή για ένα αρχαίο σύστημα άρδευσης, τα khetarras. Κατεβήκαμε σε μια υπόγεια στοά του συστήματος και μας έγινε και μια μικρή επίδειξη για το πως μαζεύαν το νερό από τα πηγάδια.




Μόλις μια εβδομάδα πριν, η πόλη και η γύρω περιοχή πλημμύρησε από την σφοδρή βροχόπτωση, με τραγικό απολογισμό τους 18 νεκρούς και πολλές ζημιές σε δρόμους, γέφυρες και σπίτια. Μια λίμνη, η οποία ήταν ξερή εδώ και 50 χρόνια, γέμισε. Είδαμε κι εμείς πολλά σημεία στη διαδρομή, στα οποία οι φοίνικες βρισκόντουσαν ακόμα μέσα στα νερά και πέσαμε σε παρακάμψεις σε σημεία που είχαν καταστραφεί γέφυρες ή δρόμοι.


Η εταιρεία που διοργανώνει την εκδρομή και την διανυκτέρευση βρίσκεται μέσα στην πόλη Merzouga. Φτάσαμε στον χώρο της εταιρείας, όπου αφήσαμε την μοτοσυκλέτα και όλα τα υπόλοιπα μπαγκάζια μας.

Τα "γραφεία" της εταιρίας

Η έξοδος προς την περιπέτεια και οι αμμόλοφοι στο βάθος

Η αναχώρηση για τους αμμόλοφους, όπου θα διανυκτερεύαμε, ήταν για τις 16.30 κι έτσι είχαμε αρκετό χρόνο μπροστά μας για να βγούμε στην πόλη για φαγητό. Καθίσαμε σε ένα… να το πούμε εστιατόριο; Λίγο το υπερτιμούμε… Τέλος πάντων. Κάτι φάγαμε, κάτι ήπιαμε και επιστρέψαμε στην καθορισμένη ώρα.

Υπήρχαν τρεις επιλογές για να φτάσεις στον καταυλισμό: Α) με το 4Χ4 της εταιρείας, Β) με καμήλα, Γ) με buggyΕμείς επιλέξαμε το τρίτο.


Οι άνθρωποι της εταιρείας φόρτωσαν τα πράγματά μας για να τα μεταφέρουν στις σκηνές και εμείς φορέσαμε τα κράνη και μπήκαμε στο όχημα για την περιπέτειά μας στους αμμόλοφους!

Μπροστά πήγαινε ο οδηγός με ένα ATV και πίσω εμείς στα χνάρια του. Στα μισά της διαδρομής αλλάξαμε, για να οδηγήσουμε και οι δύο. Οι διάρκεια ήταν γύρω στη μια ώρα και δεν περιγράφεται το πόσο το διασκεδάσαμε! Συστήνεται ανεπιφύλακτα!

Φτάσαμε στον καταυλισμό και μείναμε με ανοιχτό το στόμα! Χίλιες και μια νύχτες! Στρωμένο χαλί, δάδες αριστερά και δεξιά και γύρω - γύρω οι σκηνές. Μια μεγάλη, όπου ήταν το εστιατόριο και οι σκηνές των επισκεπτών. Μπήκαμε στη σκηνή μας και κάναμε σαν μικρά παιδιά. Ένας μεγάλος χώρος για το διπλό κρεβάτι και χωριστά ένα ντους, ένας νιπτήρας και το WC. Διακόπτες για τα φώτα και πρίζες USB στους "τοίχους", για να φορτίσεις το κινητό σου. Τώρα, για όσους ή όσες θέλουν πιο πρωτόγονες καταστάσεις, υπάρχουν πολλές επιλογές. Για 60 ευρώ που μας κόστισε όμως, η επιλογή μας ήταν απρόσμενα οικονομική. Εννοείται ότι η βόλτα με το buggy είναι εξτρά και στοίχισε 120€.


Με την άφιξή μας, μας κέρασαν ένα πολύ ωραίο τσάι και μας κάλεσαν να είμαστε στη μεγάλη σκηνή για φαγητό στις 20.00.

Αφού κάναμε ένα αναζωογονητικό ντους, βγήκαμε και περπατήσαμε στους αμμόλοφους, απολαμβάνοντας το τοπίο.



Το φαγητό που μας σέρβιραν, δεν ήταν για δύο άτομα, αλλά τουλάχιστον για τέσσερα και όλα εξαιρετικά νόστιμα. Οι άνθρωποι δε που μας πρόσεχαν, ήταν όλοι ευγενέστατοι.


Το βράδι άναψαν φωτιά και τραγούδησαν συνοδεία διάφορων κρουστών και μας έδειξαν κι εμάς πως να κρατάμε τον ρυθμό.


Η βραδιά ήταν γλυκιά και η θερμοκρασία πολύ ευχάριστη. Δικαιωθήκαμε που επιλέξαμε αυτή την εποχή. Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Συνολικά, ήταν μια εμπειρία που θα μας μείνει αξέχαστη και που θα θέλαμε να ξαναζήσουμε με φίλους.
 
1 Οκτωβρίου. Πολύ πρωινό ξύπνημα, προκειμένου να δούμε τον ήλιο να ανατέλλει.


Στις 07.30 σέρβιραν πρωινό, που ήταν εφάμιλλο με το χθεσινοβραδινό γεύμα σε ποιότητα και ποσότητα.

Μπήκαμε στο 4Χ4 μαζί με ένα ακόμα ζευγάρι και γυρίσαμε στη βάση στη Merzouga, για να ετοιμαστούμε για αναχώρηση. Κατά την επιστροφή βλέπαμε τα καραβάνια με τις καμήλες να προχωράνε με αργό ρυθμό στην έρημο.


Οι καμήλες στο Μαρόκο έχουν μόνο μια καμπούρα και λέγονται δρομάδες. Εδώ να πούμε ότι η Σαχάρα είναι η μεγαλύτερη θερμή έρημος στον κόσμο, με έκταση 9.200.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων και δύο εκατομμύρια πληθυσμό.

Οι επόμενες δύο διανυκτερεύσεις θα ήταν στην πόλη Fez. Επιλέξαμε την επαρχιακή οδό Ν13, που περνάει από την πόλη Errachidia και την Ifrane.

Οδηγούσαμε παράλληλα με το φαράγγι Ziz και ένα ατελείωτο φοινικόδασος. Η διαδρομή ήταν από τις ωραιότερες που κάναμε στη χώρα, με πολλές εναλλαγές τοπίων, πολύ καλό οδόστρωμα και ωραίες στροφές, που είναι η χαρά του μοτοσικλετιστή. Προχωρώντας, οι φοίνικες έδωσαν τη θέση τους σε κέδρους και παρακάτω, στο Ifrane, σε αλπικό τοπίο.

Πριν την Errachidia, σταματήσαμε για να θαυμάσουμε τη θέα στο φαράγγι, που το έχει χαράξει ο ομώνυμος ποταμός.


Συνεχίσαμε για το Ifrane σε υψόμετρο 1.665 μέτρων, στον Μεσαίο Άτλαντα. Μας την είχε αναφέρει ο συμπαθέστατος Ζαχαρίας (που συναντήσαμε στην El Marsa), ως «την Ελβετία του Μαρόκου». Εκεί υπάρχουν εγκαταστάσεις για σκι, αλλά και για πολλά άλλα σπορ και όπως καταλάβατε είναι για λίγους.

Λίγο πριν το Ifrane υπάρχει το δάσος με τις μαϊμούδες. Είναι ένα είδος μακάκων που ζουν στην περιοχή. Έχουν εξοικειωθεί με τους ανθρώπους, αφού πολλοί σταματούν στο σημείο για να τις ταΐσουν. Σταματώντας κι εμείς, κάποιοι ντόπιοι μας έδωσαν φιστίκια. Τα μαϊμουδάκια ανέβαιναν πάνω στους επισκέπτες, για να πάρουν την λιχουδιά τους και ειδικά τα μικρά τους ήταν πολύ χαριτωμένα.



Φτάσαμε στο κατάλυμα στη Fez αργά το απόγευμα και το μόνο κουράγιο που μας είχε μείνει ήταν να αναζητήσουμε το πλησιέστερο εστιατόριο για φαγητό.

Η επόμενη ημέρα ήταν αφιερωμένη στην εξερεύνηση στην πόλη και η μοτοσυκλέτα θα έμενε σταθμευμένη στο ξενοδοχείο, αφού μέναμε σχετικά κοντά στο κέντρο.
 
2 Οκτωβρίου. Η Fez κερδίζει τις εντυπώσεις μας σε σχέση με το Marrakesh. Είναι λιγότερο τουριστική και κατά τη γνώμη μας πιο όμορφη και φωτογραφική.

Την αποκαλούν «Αθήνα της Αφρικής», λόγω του ότι έχει υπάρξει το πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας. Εδώ ιδρύθηκε το 857 το πρώτο σε συνεχόμενη λειτουργία πανεπιστήμιο του κόσμου. Είναι μια από τις αυτοκρατορικές πόλεις, δηλαδή έχει υπάρξει μια από τις πρωτεύουσες της χώρας, ως το 1912 που οι Γάλλοι μετέφεραν την πρωτεύουσα στο Ραμπάτ.


Κατευθυνθήκαμε προς τη medina, που είναι το παλαιότερο τμήμα της πόλης. Μέσα στη medina, υπάρχει η εβραϊκή mellah, δηλαδή η εβραϊκή συνοικία.


Στις περισσότερες μεγάλες πόλεις του Μαρόκου υπήρχε μια εβραϊκή συνοικία, η οποία βρισκόταν υπό την προστασία του βασιλιά. Το 1948 ζούσαν 260.000 Εβραίοι στη χώρα, καθιστώντας την τη χώρα της Αφρικής με τον μεγαλύτερο πληθυσμό Εβραίων. Με την ίδρυση του Ισραήλ, οι περισσότεροι μετανάστευσαν και σήμερα έχουν απομείνει γύρω στις 3.000. Περπατώντας στην πόλη, συναντούσαμε γκρουπ Εβραίων, που επιστρέφουν για να γνωρίσουν τη γη των προγόνων τους.

Στην πόλη κατασκευαζόταν και βαφόταν το φέσι με το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα. Το όνομά του το πήρε από την πόλη. Μάλιστα, διαβάσαμε ότι υπάρχει εκδοχή αυτό το κάλυμμα κεφαλής να προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα.


Δεν μπορείς να πας στην Fez και να μην επισκεφθείς τα βυρσοδεψία. 

Περπατώντας στα στενά, μας κάλεσε ένας άντρας να ανέβουμε στην ταράτσα του καταστήματος που πουλούσε δερμάτινα (χωρίς την υποχρέωση να αγοράσουμε κάτι, όπως μας τόνισε), για να δούμε τα βαφεία από ψηλά. Πριν ανέβουμε, μας έδωσε από ένα κλωνάρι μέντα για να το μυρίζουμε, μιας και η μυρωδιά είναι δυσάρεστη. Βρισκόμασταν στα μεγαλύτερα βαφεία της πόλης, τα Chouara.



Τα βαφεία είναι μεγάλες πέτρινες δεξαμενές όπου τα δέρματα ζώων επεξεργάζονται με διάφορα υγρά, όπως ούρα αγελάδας, περιττώματα περιστεριών, ασβέστη και νερό. Κατόπιν βάφονται με διάφορα φυσικά χρώματα και αφήνονται να στεγνώσουν στον ήλιο. Όλη η διαδικασία γίνεται χειρωνακτικά.



Όπως και στη medina του Marrakesh, οι οσμές που αναδύονταν ήταν, να το πούμε κομψά, «δυνατές» και βλέποντας τους ανθρώπους να εργάζονται και να ζουν μέσα σε σπίτια σε αυτά τα στενά δρομάκια, σκεφτόμασταν πως ο άνθρωπος μπορεί να συνηθίσει σχεδόν στα πάντα.




Τα souk (παζάρια) χωρίζονται σε συντεχνίες. Θα βρεις δερμάτινα είδη, ξυλόγλυπτα, πήλινα, χάλκινα, μπαχαρικά κ.α. συγκεντρωμένα.




Το να κυκλοφορήσεις μέσα στον λαβύρινθο της πόλης, δεν είναι καθόλου εύκολο. Για να διευκολυνθούν οι κάτοικοι και οι επισκέπτες, είχαν εφαρμόσει ένα σύστημα με τις ταμπέλες στις οποίες αναγράφονται τα ονόματα των δρόμων. Η τετράγωνη ταμπέλα σημαίνει ότι ο δρόμος έχει διέξοδο και η πολυγωνική σημαίνει ότι βγαίνεις σε αδιέξοδο.


Στην πόλη πετύχαμε άντρες με κόκκινη περιβολή και ψάθινα καπέλα με πολύχρωμα κρόσσια. Χτυπούν κουδούνια για να κάνουν γνωστό το πέρασμά τους. Είναι, οι garrab, οι «νερουλάδες» που πωλούσαν νερό, που το φυλούσανε σε ασκιά. Σήμερα έχουν μείνει ελάχιστοι, οι οποίοι ως επί το πλείστον ζουν από τον τουρισμό.


Οι μέρες στο Μαρόκο φτάνουν στο τέλος τους. Αύριο θα είναι η τελευταία διανυκτέρευση στην «Μπλε Πόλη», το Chefchaouen.
 
3 Οκτωβρίου. Αποχαιρετάμε την Fez με προορισμό το «Μπλε Μαργαριτάρι», όπως αποκαλούνε το Chefchaouen. Η διαδρομή δεν έχει τις εναλλαγές που είδαμε τις προηγούμενες μέρες. Παρατηρούμε μεγάλες εκτάσεις καλλιεργημένης γης και διάσπαρτα χωριά. Αλγεινή εντύπωση μας έκανε η εικόνα των ανθρώπων που συρρέανε σε βυτία ή σε βρύσες για να πάρουν νερό που τα μετέφεραν με γαϊδουράκια ή με κάρα.

Όσο πλησιάζουμε το Chefchaouen, το τοπίο γίνεται πιο ορεινό και πιο πράσινο. Δεν είχαμε φανταστεί ότι η πόλη θα ήταν χτισμένη στα 600 μέτρα υψόμετρο, στους πρόποδες ενός βουνού. Ίσως γιατί τα σπίτια σε αποχρώσεις του μπλε και του λευκού, μας θύμισαν τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας. Πλησιάζοντας την πόλη από νότο βρεθήκαμε σε ένα ύψωμα, από το οποίο είχαμε πανοραμική θέα. Συνεχίσαμε για το κατάλυμα που είχαμε κλείσει για να αφήσουμε τα πράγματα, να φρεσκαριστούμε και να βγούμε στην πόλη, μιας και αυτή θα είναι η μοναδική μας ημέρα σε αυτήν.


Το Chefchaouen ιδρύθηκε το 1471 από τον Moulay Ali Ben Rachid, έναν απόγονο του προφήτη Μωάμεθ. Όσο για το μπλε χρώμα που επικρατεί στην πόλη, λένε ότι ξεκίνησε με την άφιξη του Εβραϊκού πληθυσμού που εκδιώχθηκε από την Ισπανία τον 15ο αιώνα και συμβόλιζε για αυτούς τον ουρανό και την θέληση του θεού. Άλλη εξήγηση είναι ότι το προτιμούνε οι ντόπιοι γιατί διώχνει, λέει, τα κουνούπια. Όπως και να έχει, η πόλη είναι πολύ ιδιαίτερη και φωτογενής.


Πορευτήκαμε προς την medina και περάσαμε από την πύλη, που κατά την επιγραφή στα τείχη χτίστηκε κατά την κυριαρχία του Moulay Ali Ben Rachid, δηλαδή μεταξύ 1471 και 1511.

Οι κάτοικοι – οι jebala (που σημαίνει άνθρωπος του βουνού) - συμπλήρωναν τα χρώματα της πόλης με την πολυχρωμία των φορεσιών τους και με τα sheshia, τα χαρακτηριστικά για την περιοχή ψάθινα καπέλα με τις φούντες.




Εξαντλήσαμε και τις τελευταίες ακτίνες φωτός που μας επέτρεπαν να περιπλανηθούμε στην πόλη, γιατί δε χορταίνεις να ανακαλύπτεις και να φωτογραφίζεις και άλλη μια γωνιά της.




Καταλήξαμε στην κεντρική πλατεία με την Kasbah ακριβώς απέναντί μας, για να φάμε και να παρατηρήσουμε το πήγαινε έλα του κόσμου. Ήταν το τελευταίο μας βράδι στη χώρα.


Είναι 4 Οκτωβρίου και είμαστε νωρίς στον δρόμο για την Ταγγέρη, απ΄όπου θα παίρναμε το φέρρυ των 11.00 για Ταρίφα. Οι διαδικασίες στο λιμάνι απλές και συνοπτικές.

Το οδοιπορικό μας στην υπέροχη αυτή χώρα των αντιθέσεων τελείωσε.  Το μεγαλείο της φύσης, η καθαρότητα της ερήμου, οι πονεμένοι και στωικοί άνθρωποι που μας πρόσφεραν απλόχερα το χαμόγελό τους, η ιστορία, τα στενά σοκάκια, τα  χρώματα, ακόμα και αυτές οι δυσάρεστες μυρωδιές που μας έσπαγαν την μύτη, αυτά όλα ήταν μέρος του Μαρόκου που αγαπήσαμε.


Το ταξίδι μας συνεχίζεται με την τρίτη είσοδό μας στην Ισπανία και διανυκτέρευση στην πόλη Algeciras.

Διαβάστε το τρίτο και τελευταίο μέρος εδώ.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ρωσία, Γεωργία, Τουρκία - Μέρος 3ο, Γεωργία - Τουρκία. Η Επιστροφή (+ Βίντεο)

Ρωσία, Γεωργία, Τουρκία - Μέρος 2ο, Πολυπολιτισμική Ρωσία (+ Βίντεο)

Πολωνία: Βαρσοβία - Κρακοβία - Λοτζ