Μίνι Μότο Τουρ Πελοποννήσου με Medley 150

 

Κείμενο: Κώστας Μανούσος  

Φωτογραφίες: Κώστας και Άντζελα


Ένα μηνά σχεδόν μετά την επιστροφή μας από το το ταξίδι στην Κοιλάδα των Ρόδων στη Βουλγαρία, έπεισα την Άντζελα να πάμε μια μικρή εκδρομή με το σκουτεράκι μας σε όμορους νομούς. Αυτοί είναι η Λακωνία, η Αρκαδία και η Αργολίδα.

Εντάξει η Αργολίδα δεν είναι όμορος νομός με τη Μεσσηνία είναι όμως με την Αρκαδία, που είναι με τη Μεσσηνία.
Με τη λογική του “ο φίλος του φίλου μου είναι και δικός μου φίλος” πήραμε τα βουνά και τα λαγκάδια, με ενδιάμεσες στάσεις σε όμορφες παραλίες.
Το σκουτεράκι μας, ένα Medley 150 του 2017, φορτώθηκε με τα απαραίτητα για την περίσταση εξοπλισμό, σε ένα τριγωνικό σάκο που είχα από ένα παλιό Aprilia Scarabeo, που μπαίνει ανάμεσα στα πόδια και ένα backpack περασμένο από το τιμόνι. Τα είδη πρώτης ανάγκης, δηλαδή τα μπανιερά, μπήκαν κάτω από την σέλα.


Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω “μεγάλη” διαδρομή με το σκούτερ. Είναι όμως η πρώτη φορά δικάβαλο και μέρος της διαδρομής να περιλαμβάνει χωματόδρομο.
Ναι! Και χώμα πήγαμε και πλάκα είχε και γκρίνια είχε. Απ’ όλα είχε το πενθήμερο εκδρομικό μας.

Ξεκινήσαμε από την Καλαμάτα μια Τρίτη του Ιουλίου, χωρίς να ξέρουμε που θα μας βρει η βραδιά.

Από την Καλαμάτα ξεκινήσαμε με νοτιοανατολική κατεύθυνση, προς τη Μεσσηνιακή Μάνη. Στις πρώτες ανηφόρες “διαβάζω” το μηχανάκι πως συμπεριφέρεται με το φορτίο και αναλόγως κρατώ το ρυθμό που χρειάζεται. Το σκουτεράκι δεν δείχνει να δυσανασχετεί, αντιθέτως το βρίσκω πρόθυμο να δώσει το κάτι τις παραπάνω, από ότι του έχει απομείνει.

Η ανηφορικές στροφές διαδέχονται η μια την άλλη και μετά από λίγο βρισκόμασταν στον Κάμπο, μετά στο Σταυροπήγιο και ύστερα από λίγο βλέπαμε την Καρδαμύλη και τις ακτές της Μεσσηνιακής Μάνης από ψηλά.


Η κατωφέρεια μέχρι την Καρδαμύλη είναι το βούτυρο στο ψωμί για το μικρό μας δίτροχο. Έτσι, λίγο μετά την ιστορική και πολύ τουριστική κωμόπολη κάναμε την πρώτη στάση για μπανάκι και καφεδάκι, στην παραλία του Φονέα.


- Άσε, θα μπω σε λίγο!

Ευτυχώς ήταν ακόμη νωρίς και δεν είχε μαζέψει κόσμο η παραλία. Ακόμη και το μικρό καφέ ήταν κλειστό. Μετά την επιστροφή από την πρώτη βουτιά στα πεντακάθαρα νερά, το μικρό καφέ είχε ανοίξει και ήταν έτοιμο να εξυπηρετήσει.



Όταν η παραλία έγινε πολύβουη από την προσέλευση του κόσμου, εμείς είχαμε στεγνώσει και πιει το καφεδάκι μας και ήμασταν έτοιμοι προς αναχώρηση.

Λίγο μετά την Στούπα ανηφορίσαμε για Καστανέα και από εκεί για Σαϊδόνα, όπου μετά από δύο περίπου χιλιόμετρα υπάρχει ταμπέλα με την ένδειξη “Δάσος Βασιλικής”. Ο χωματόδρομος αυτός οδηγεί στην Μονή της Παναγίας της Γιάτρισσας, όπου εκεί ξεκινά και πάλι η άσφαλτος.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα ήθελα να πάω στην Γιάτρισσα. Μια απάντηση που μου έρχεται στο μυαλό είναι μήπως υποσυνείδητα πιστεύω ότι θέλω γιατρειά. Ναι, αλλά από τι; Είναι πολλά τα θέματα αδελφέ! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου…

Ο χωματόδρομος αυτός είναι περίπου 20 χιλιόμετρα και χρειαστήκαμε μία ώρα να τον διασχίσουμε, σιγά - σιγά απολαμβάνοντας την θέα και την ησυχία που εμείς στην τελική διαταράξαμε.


Φτάνοντας στην Παναγιά την Γιάτρισσα, που ίσα προλάβαμε ανοιχτή, έχουμε περάσει στον νομό Λακωνίας. Η Μονή είναι σχεδόν στο όριο των δύο νομών. Μετά την σύντομη επίσκεψή μας αναχωρήσαμε με κατεύθυνση το Γύθειο.




Δεν ξέρω για την Άντζελα αλλά εγώ έτσι όπως μπήκα στη Μονή, έτσι βγήκα. Αγιάτρευτος! Η επιθυμία μου για χιλιόμετρα ήταν και είναι ακόμη εκεί.

Το πρώτο χωριό που συναντήσαμε μετά τη Μονή είναι η Καστάνια. Καθώς το διασχίζαμε είδαμε μπροστά μας ένα μεγάλο πλάτανο, που πρόσφερε πολύ ωραία σκιά, που το εκμεταλλεύεται το Καφέ - Οινομαγειρείο “Η Δανάη”.


Στο φαίνεται το χωριό Καστάνια και στο βάθος ο Λακωνικός Κόλπος

Τι βολικό θα πω! Ούτε παραγγελία να το είχαμε! Η ώρα ήταν κοντά τη μιάμιση, με τον ήλιο ντάλα.  Και αν δεν ήταν αυτή ώρα για μεζέ και μπύρα, ποια άλλη θα μπορούσε να είναι; 


Αράξαμε το εργαλείο δίπλα από μια, όπως φαίνεται, καινούργια πηγή, που μάλλον δεν είχε και νερό. Πιάσαμε ένα τραπέζι, το οποίο “φιλοξένησε” κάτι κεφτεδάκια με κόκκινη σαλτσούλα, μια χοιρινή τηγανιά, πατατούλες τηγανιτές, σαλάτα και βεβαίως μια παγωμένη μπύρα στα δύο. 


Κάτι τέτοιες στιγμές, προσφέρουν γιατρειά κατά τη γνώμη μου, για να το δέσω με το παραπάνω και να πω πως το φάρμακο του καθενός είναι αυτό που τον ευχαριστεί. Στην δική μου περίπτωση όπως θα έχετε ήδη καταλάβει είναι τα ταξίδια, κυρίως όμως με την μηχανή.
Μεταξύ του κεφτέ, της τηγανιάς και του στην υγειά μας ρε παιδιά, αποφασίσαμε το τέλος της ημέρας να μας βρει στην Νεάπολη.
Μετά από μιάμισης ώρας απόλαυσης, καβαλήσαμε το σκονισμένο σκούτερ προς Σκάλα, Μολάους, για να καταλήξουμε σε ένα από τα ξενοδοχεία που βρίσκονται πάνω στην παραλιακή της Νεάπολης.




Για να προλάβω τους adv φίλους, η Άντζελα όπως και αρκετοί ακόμη που γνωρίζω, δεν τα έχουν καλά με αυτό που λέμε κάμπινγκ, έτσι το ξενοδοχείο ή το Airbnb αποτελεί μονόδρομο για μας.

Αφού αφήσαμε τα πράγματα μας στο δωμάτιο, πήραμε τις πετσέτες μας και πήγαμε στην παραλία για το απογευματινό μπανάκι.

Κλείσαμε τη γεμάτη μέρα μας παρακολουθώντας το ηλιοβασίλεμα σε ένα από τα εστιατόρια της παραλιακής.


Η Ελαφόνησος βρίσκεται ένα τσιγάρο δρόμο από τη Νεάπολη. Έτσι, το επόμενο πρωινό δεν χάσαμε την ευκαιρία και πήγαμε στην Πούντα για να πάρουμε το φέρρυ. Κατά την θερινή περίοδο έχει αρκετή κίνηση και καλό είναι να βρίσκεστε αρκετά νωρίτερα από την ώρα αναχώρησης.



Όταν λέμε ότι πάμε για μπάνιο στην Ελαφόνησο όλοι ξέρουμε για ποια παραλία μιλάμε. Η παραλία του Σίμου είναι και η πιο γνωστή του νησιού και ως γνωστόν, ότι είναι φημισμένο, είναι και τσιμπημένο στην τιμή. Ένας καφές είναι. Δε βαριέσαι.

Η παραλία ήταν σχεδόν άδεια όταν φτάσαμε και οι λιγοστοί λουόμενοι εκείνη την ώρα ήταν κυρίως ξένοι τουρίστες.




Μόλις αρχίζει και πλακώνει κόσμος είναι το συνθηματικό για να φύγουμε. Προτού όμως επιστρέψουμε στο λιμάνι για την αναχώρηση, κάναμε τον γύρο του μικρού αυτού νησιού που γνωρίζει μεγάλη επισκεψιμότητα και λόγω εγγύτητάς του με την ηπειρωτική χώρα.

Το βάλε βγάλε στο σκουτεράκι είναι πανεύκολο και αν εξαιρέσουμε το κοπάνημα που έχουμε σε ορισμένες περιπτώσεις από τα αμορτισέρ, τότε μιλάμε ότι μέχρι στιγμής τα έχει πάει περίφημα.

Το σχέδιο εκείνης της μέρας ήταν να φτάσουμε στην Παραλία στο Κυπαρίσσι. Επιστρέφοντας λοιπόν πίσω στην Πούντα, χαράξαμε πορεία για την Πλύτρα, όπου μαντέψτε… κάναμε πάλι μπάνιο.

Ήταν καταμεσήμερο και η θερμοκρασία είχε χτυπήσει κόκκινα. Φτάνοντας αφήσαμε όλη μας την προίκα πάνω στο σκούτερ και βουρ στη θάλασσα να ρίξουμε την θερμοκρασία μας.





Αρκετή ώρα αργότερα το στομάχι μας άρχισε να διαμαρτύρεται και αποφασίσαμε να βγούμε. Βρήκαμε μια ντουζιέρα να ξεβγαλθούμε από τα αλάτια και αφού φορέσαμε τα ρούχα μας είπαμε να φάμε στο χωριό. Μάταια όμως, όλα ήταν γεμάτα. Καρφίτσα δεν έπεφτε. Έτσι αποφασίσαμε να αναχωρήσουμε και να κατευθυνθούμε προς τις ανατολικές ακτές του νομού όπου είχαμε σκοπό να διανυκτερεύσουμε.

Από την Πλύτρα πήγαμε προς Φοινίκι, Βελιές, Αγ. Ιωάννη, Κονταίικα για να καταλήξουμε στο Λιμάνι Ιέρακα. Περνώντας από το χωριό κάναμε την αναγνωριστική μας για το μέρος που θα τρώγαμε. Η αλήθεια μάλλον είναι πως δεν είχαμε και πολλές επιλογές. Το μέρος ήταν σχεδόν έρημο σε σχέση με την Πλύτρα.

Μετά από λίγο φτάσαμε στο τέλος του δρόμου όπου βρίσκεται η προβλήτα του λιμανιού. Εκεί ο δήμος έχει τοποθετήσει μια ανοξείδωτη σκάλα για την εύκολη από και προς τη θάλασσα πρόσβαση, καθώς και μια ντουζιέρα που είναι πλήρως λειτουργική. Δε χάσαμε την ευκαιρία να βουτήξουμε για μια ακόμη φορά προτού καταλήξουμε για φαγητό.

Με το που καθίσαμε μας έφερε ψωμί και ελιές και η μπύρα που παραγγείλαμε ήρθε στο πιτς φυτίλι. Μετά από αυτή τη διαδρομή, με τη ζέστη και τα ήδη τρία μπάνια που κάναμε, ήθελα να πέσω κατάχαμα για την μεσημεριανή μου σιέστα.




Στον Ιέρακα καθίσαμε αρκετή ώρα μέχρι να χωνέψουμε και να πέσει λίγο η ένταση του ήλιου.

Αυτό που απολαμβάνουμε δεν μπορεί να περιγραφεί όπως θα ήθελα, όμως είμαι βέβαιος ότι έχετε πιάσει την γενικότερη ιδέα της συγκεκριμένης βόλτας.

Αφήσαμε πίσω μας το χωριό με τους αργούς του ρυθμούς και ανηφορίσαμε με λίγο γρηγορότερους προς την Παραλία στο Κυπαρίσσι, όπου νωρίτερα κατά τη διάρκεια της ημέρας είχαμε κάνει κράτηση για δύο ημέρες στο ξενοδοχείο Avra.

Το ανατολικό οδικό δίκτυο της Λακωνίας είναι ένα από τα αγαπημένα μου. Δεν έχει σημασία αν είμαστε με το σκούτερ ή με τη μηχανή, η απόλαυση και η εμπειρία μας είναι εξίσου η ίδια. Σημασία έχει το ταξίδι!
Μετά το χωριό Χάρακα ξεκινά η έντονη κατωφέρεια, με θέα που κόβει την ανάσα.


Φτάνοντας στο κατάλυμα αφήσαμε την πραμάτειά μας και πήγαμε για το τελευταίο μπάνιο της ημέρας. Μέχρι στιγμής έχουμε χορτάσει βουτιά και ήλιο.



Το βράδυ εκείνης της ημέρας, έκλεισε με ποτάκι στο μώλο παρέα με αρκετό κόσμο. Τα καταλύματα είχαν μεγάλη πληρότητα, όπως όμως μας είπαν ήταν πιο κάτω από την περσινή χρονιά.



Εκτός όμως από τους τουρίστες, την περιοχή την επισκέπτονται επίσης και αναρριχητές από όλο τον κόσμο καθόλη τη διάρκεια του έτους, καθώς η γεωμορφολογία της περιοχής από το Κυπαρίσσι μέχρι και το Λεωνίδιο είναι κατάλληλη για την ενασχόληση με το άθλημα τους.

Στην περιοχή έχουμε ξαναβρεθεί, είναι όμως η πρώτη φορά που διανυκτερεύουμε. Έτσι έχουμε την δυνατότητα να επισκεφτούμε κάνα δύο μέρη που είχαμε επισημάνει από προηγούμενες μας βόλτες.

Ένα από αυτά είναι ένας μικρός κολπίσκος, ακριβώς κάτω από το ξενοδοχείο Cavo Kortia που είναι τοποθετημένο κοντά στα τρία χιλιόμετρα βορειότερα παίρνοντας τον δρόμο για Φωκιανό.


Με ενδυμασία προβλεπόμενη για την περίσταση (μη σας ξεγελά το χαλαρό των διακοπών, πάντα φοράμε κράνος) πήγαμε νωρίς την επόμενη ημέρα και πιάσαμε θέση σε μια από τις λαχίδες. Εκεί λειτουργεί καφετέρια, μάλλον του ξενοδοχείου, όπου κάποια από τα τραπεζοκαθίσματα του βρίσκονται κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων χαρίζοντάς μας την πολυπόθητη σκιά του καλοκαιριού. Καθίσαμε αρκετές ώρες, κάνοντας μπάνιο και απολαμβάνοντας αυτό που λέμε ελληνικό καλοκαίρι.

Κάποια στιγμή επιστρέψαμε στο κατάλυμα. Κάναμε ένα ντους και ξανά έξω, για να πάμε λίγο πριν από το Κυπαρίσσι από τον δρόμο που είχαμε έρθει. Εκεί έχει ένα μικρό μονοπάτι και θελήσαμε να το κάνουμε. Πέσαμε όμως πάνω σε κάτι αναρριχητές, τους οποίους χαζέψαμε για λίγο.


Καθώς όμως θέλαμε να πάμε και σε ένα άλλο μονοπάτι, παραθαλάσσιο αυτή τη φορά, επιστρέψαμε πίσω στην Παραλία.
Κοιτάζοντας προς τη θάλασσα, το μονοπάτι ξεκινά πίσω από τα τελευταία σπίτια που βρίσκονται στα δεξιά σας και καταλήγει μετά από ενάμιση χιλιόμετρο στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Σε αυτό τον μικρό απόμερο όρμο αγκυροβολούν συνήθως πολυτελή σκάφη αναψυχής.




Επιστρέψαμε πίσω στο χωριό και συνεχίσαμε το περπάτημα στα στενά του για μερικές ακόμη φωτογραφίες.






Εκτός από κάτι πρόχειρο που είχαμε φάει από το πρωί στην παραλία, δε νομίζω ότι είχαμε φάει κάτι άλλο. Με αυτά και με αυτά η ώρα είχε πάει οχτώ και έτσι αποφασίσαμε να ανέβουμε πάλι στο Κυπαρίσσι για να φάμε εκεί που τρώνε συνήθως οι ντόπιοι.

Το πάρκινγκ στο Κυπαρίσσι είναι ένα θεματάκι αν έχεις αυτοκίνητο. Εμάς όμως αυτό δε μας ένοιαζε καθόλου αφού το μικρό μας σκούτερ χωρά παντού.

Το “Όμορφο Κυπαρίσσι”, έτσι λένε το ψητοπωλείο που καθίσαμε, δε το παίρνει εύκολα το μάτι σου, αφού η μικρή πλατεία όπου έχει στρωμένα τα τραπέζια, αποκρύπτεται από το ίδιο το κτίριο. Βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της κύριας οδού και θα το αναγνωρίσετε από τις κόκκινες πόρτες και τις κολώνες με τον μετασχηματιστή της ΔΕΗ, κολλημένες δίπλα από το κτίσμα.



Καθώς περιμέναμε το φαγητό πίνοντας μπύρα, ταυτόχρονα ψάχναμε και τον επόμενο προορισμό σκρολάροντας τα κινητά μας.
Θα ήταν πίσω στο σπίτι από μια όμορφη διαδρομή; Θα ήταν κάποια άλλη ωραία παραλία; Ποιος ξέρει.

Τελικά μια pop up διαφήμιση στο κινητό που έλεγε “Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, παρουσιάζουν τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στις 19 και 20 Ιουλίου”, μας έπεισε!
Η Επίδαυρος δεν είναι μακριά από εδώ, μια γκαζιά δρόμο για αυτό το φανταστικό σούπερ σκουτεράκι!

Σταθήκαμε τυχεροί με τα εισιτήρια, αφού μόλις που προλάβαμε να κλείσουμε δυο θέσεις, “τέρμα θεού”. Ας είναι όμως. Παράλληλα ψάχναμε και για κατάλυμα κοντά, κάτι το οποίο στάθηκε αδύνατο αφού αυτά που ήταν ελεύθερα, δεν πληρούσαν τα οικονομικά μας κριτήρια. Αυτά, τα πληρούσε ένα κατάλυμα στις Μυκήνες. Τελικά κλείσαμε εκεί. Τι 5, τι 50, τι 100 χιλιόμετρα παραπάνω. Σημασία έχει να περνάμε καλά.

Όταν ήρθε το φαγητό πέσαμε με τα μούτρα. Μετά από μια γεμάτη ημέρα και με το στομάχι πλήρες, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο πέφτοντας “ξεροί”.
Με τις μπαταρίες μας γεμάτες και μπόλικη διάθεση φεύγουμε από Κυπαρίσσι προς το Φωκιανό. Η διαδρομή αυτή πρέπει να είναι η πιο ωραία παραθαλάσσια διαδρομή για μοτοσυκλέτα.



Εμείς την κάνουμε με το σκουτεράκι και πολύ καλά την ευχαριστιόμουν, μέχρι που είδα το κίτρινο λαμπάκι της ρεζέρβας να ανάβει. Ωχ! λέω από μέσα μου. Έπρεπε να είχα φουλάρει προχθές. Μα είχα φουλάρει φεύγοντας από την Νεάπολη, σκεφτόμουν.
Ενώ το είχα στο νου να φουλάρω μετά τον Άγιο Ιωάννη, αφού γνωρίζω ότι στην περιοχή δεν υπάρχουν πρατήρια, το ξέχασα. Η μόνη δικαιολογία που είχα είναι ότι περνούσαμε όμορφα και σημασία άλλη καμιά δεν έδινα.
Δε λέω τίποτα και συνεχίζουμε κανονικά απολαμβάνοντας τη διαδρομή.

Ήταν λίγο πριν τις εννιά το πρωί όταν φωτογραφίζαμε την παραλία του Φωκιανού. Φτάνοντας εκεί, δεν υπήρχε κανείς στην παραλία. Καθόμαστε σε ένα από τα δύο καταστήματα και ετοιμαζόμαστε για βουτιά. Λίγο πριν πέσουμε έρχεται ακόμη ένα ζευγάρι κι ο ιδιοκτήτης. Αφού του παραγγείλαμε τα πρωινά μας καφεδάκια πιάσαμε κουβέντα με το ζευγάρι και καθίσαμε όλοι παρέα να απολαύσουμε το καφεδάκι μας.
Η θάλασσα, απλά μαγευτική!






Συνεχίσαμε την πορεία μας παίρνοντας τον ανηφορικό δρόμο για Πηγάδι, Αμυγδαλιά Πυργούδι και με τον δείκτη της βενζίνης να φλερτάρει με την τελευταία γραμμή στο κοντέρ, μια ανησυχία την είχα. Κάπου στο μέσο της διαδρομής είδε και η Άντζελα το μόνιμα εδώ και ώρα αναμμένο λαμπάκι της ρεζέρβας και τώρα ανησυχούσαμε παρέα.

Στο Πυργούδι κάναμε αριστερά για Τσιτάλια, όπου λίγο μετά το χωριό ξεκινά κατηφορική διαδρομή μέχρι και το Λεωνίδιο, αισθανόμενοι μια ελαφριά ανακούφιση όταν το αντικρύσαμε.



Τελικά, κακώς ανησυχήσαμε, αφού όταν φουλάραμε, σύμφωνα πάντα με την αντλία, υπολόγισα ότι είχε μέσα ακόμη μισό λίτρο βενζίνη (7 λίτρα χωράει το ντεπόζιτο του Medley).
Φουλαρισμένοι πια συνεχίσαμε την πορεία μας προσπερνώντας το Λεωνίδιο και το Τυρό, για να σταματήσουμε λίγο μετά στην παραλία του Άγ. Χριστόφορου για φαγητό και μπάνιο.

Λίγο νωρίτερα είχαμε βοηθήσει έναν οδηγό αυτοκινήτου να κάνει αλλαγή ελαστικού, κάτω από τον καυτό ήλιο. Αυτό που με έβαλε σε σκέψεις αργότερα, απολαμβάνοντας την θέα στην παραλία, είναι πως κανένας από τους διερχόμενους δε σταμάτησε να ρωτήσει αν χρειαζόμασταν βοήθεια. Πριν από πόσα χρόνια, δεν μπορώ να προσδιορίσω τέλος πάντων, υπήρχε μια εποχή που τουλάχιστον δύο, τρεις οδηγοί θα σταματούσαν να μας ρωτήσουν αν χρειαζόμασταν βοήθεια.
Άλλες εποχές, άλλες συνήθειες και εμείς συνεχώς απομακρυνόμαστε.

Ο αέρας που φυσούσε στην παραλία, μετά από ώρα έγινε εντονότερος και ευτυχώς είχαμε φάει και είχαμε κάνει τα μπάνια μας. Έτσι αναχωρήσαμε και λίγο νωρίτερα από εκεί για τις Μυκήνες.



Λίγο πριν το Κιβέρι κάναμε μια μικρή στάση με θέα στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Υποθαλάσσιων Πηγών Ανάβαλου. “Τι είναι αυτό;”, αναρωτιέμαι. Ψάχνοντας λίγο διαβάζω: “Αντικείμενο του έργου είναι η ανάπτυξη επιτόπιας μεθόδου για τη μελέτη υποθαλάσσιων εκροών υπογείων υδάτων στην παράκτια ζώνη με χρήση ραδιοϊχνηθετών”.

Για όσους δεν κατάλαβαν, όπως και εγώ, με απλά λόγια είναι η εκμετάλλευση των υπόγειων υδάτων που καταλήγουν στη θάλασσα. Ενδιαφέρον!



Φτάνοντας στις Μυκήνες έβραζε ο τόπος. Μπαίνοντας στο δωμάτιο του καταλύματος κάναμε ντουσάκι και πέσαμε κατευθείαν για ύπνο. Η παράσταση σύμφωνα με το πρόγραμμα ξεκινά στις εννιά. Έτσι είχαμε αρκετή ώρα μπροστά μας για ξεκούραση.

Κατά τις επτά αναχωρήσαμε για το θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Μετά το Ναύπλιο άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια κίνησης. Τα κόκκινα φώτα πορείας και τα στοπ των οχημάτων σχημάτιζαν μια μεγάλη ευθεία μπροστά μας.

Πόσο τυχεροί που είμαστε με το σκουτεράκι.

Πλησιάζοντας το πάρκινγκ του αρχαιολογικού χώρου τα αυτοκίνητα ήταν ακινητοποιημένα, με τους τροχονόμους να προσπαθούν να συντονίσουν όλο αυτό το χαμό, σφυρίζοντας και παράλληλα κουνώντας τα χέρια τους, χωρίς βέβαια αυτό να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα, αφού σε αυτή τη χώρα έχουμε μάθει να τρέχουμε πάντα πίσω από το πρόβλημα. Με μια γκαζιά φύγαμε στα αριστερά μέσα από το δασωμένο και φτάσαμε στην είσοδο όπου παρκάραμε δίπλα σε κάτι άλλα μηχανάκια.

Μπαίνοντας στο θέατρο αναζητήσαμε τις θέσεις μας και περιμέναμε να ξεκινήσει η παράσταση.




Ήταν η πρώτη μου φορά σε θεατρική παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Η παράσταση ήταν διασκευασμένη για να ταιριάζει στην εποχή μας και να γίνει πιο αντιληπτό το μήνυμα που θέλει να μεταφέρει στον θεατή. Προσωπικά μου άρεσε, όπως και το γεμάτο από κόσμο αρχαίο θέατρο.
Να κάθεσαι στις ίδιες πέτρες που καθόντουσαν οι πρόγονοί σου, αξία ανεκτίμητη!




Με τη λήξη της παράστασης ξεκινά το δεύτερο ημίχρονο της κίνησης προς τα πίσω αυτή τη φορά. Σε χρόνο ντε τε βρισκόμασταν στην κεντρική οδό για Ναύπλιο και μετά από τριάντα λεπτά τρώγαμε σε ιταλικό εστιατόριο. Έτσι έκλεισε μια ακόμη ωραία βραδιά του μικρού μας εκδρομικού.

Νωρίς το πρωί φορτώνουμε το Medley για μια τελευταία φορά, καθώς έχουμε πάρει την απόφαση να επιστρέψουμε στο σπίτι μας. Φυσικά και η διαδρομή που ακολουθήσαμε δεν ήταν απευθείας για Καλαμάτα.

Από Μυκήνες κατεβήκαμε προς Άργος και από εκεί για Μύλους και Παρθένι για καφεδάκι. Όχι, δεν πήγαμε από Αχλαδόκαμπο, λόγω μη καταλληλότητας των ελαστικών (δεν είχα βάλει γόμες βλέπετε!).
Έτσι ανηφορίσαμε για το Παρθένι από Βελανιδιά, Ανδρίτσα και Ελαιοχώρι.





Θέλοντας να εξαντλήσουμε τη μέρα όσο γίνεται στο δρόμο, αποφασίσαμε να κάνουμε μια τελευταία βουτιά. Από εδώ όμως που βρισκόμασταν η θάλασσα ήταν κάπως μακριά, έτσι είπαμε να παραδροσιστούμε κάτω από τα παγωμένα νερά του καταρράκτη της Νέδας.

Όποιος έχει κάνει έστω και κάποιες από τους δρόμους που ενώνουν τα χωριά ανατολικά της Μεγαλόπολης προς Ηλεία και Μεσσηνία, ξέρει πολύ καλά πόσο απαιτητικό είναι το τερέν. Μετά λοιπόν από αρκετή ώρα φτάσαμε στον προορισμό μας, που ήταν γεμάτο από κόσμο.





Μετά τη γερή δόση δροσιάς επιστρέψαμε στο μηχανάκι και το περάσαμε με τα χέρια στην άλλη όχθη του ποταμού από το παραδοσιακό πέτρινο γεφυράκι των Πλατανιών.

Ο ποταμός σε αυτό το σημείο του χάρτη, αποτελεί το φυσικό σύνορο μεταξύ Ηλείας και Μεσσηνίας.

Μετά τον ανηφορικό χωματόδρομο μπήκαμε στο χωριό Πλατανιά όπου καθίσαμε για φαγητό. Αυτή ήταν και η τελευταία στάση στο ολιγοήμερο ταξίδι πριν φτάσουμε στο σπίτι μας.

Οι περισσότεροι από του δρόμους που είχαμε επιλέξει ήταν με ελάχιστη έως και καθόλου κίνηση. Τέτοιοι δρόμοι ταιριάζουν γάντι στο μικρό μας σκούτερ, το οποίο συμπεριφέρθηκε πολύ καλά σε όλους τους χειρισμούς και τα φρένα δεν άναψαν από την χρήση στις έντονες κατωφέρειες. Η μέση πραγματική κατανάλωση που μέτρησα ήταν 2,8 Λίτρα/100χλμ και το μόνο που χρειάστηκε επιστρέφοντας, ήταν ένα καλό πλύσιμο.

Το Medley μπορεί να αποδείχθηκε “σκύλος”, αλλά η συνεπιβάτης μου ταλαιπωρήθηκε από τις αναρτήσεις του. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια πλήρη παρουσίαση για το συγκεκριμένο μοντέλο της Piaggio.

Το Medley μας ταξίδεψε από τον τουρισμό, στον πολιτισμό, μέσα από πανέμορφα ορεινά περάσματα της Πελοποννήσου, από απίστευτες παραθαλάσσιες διαδρομές, σε έρημα χωριά και παραλίες με ακτές και θάλασσα, με τέτοια χρώματα που μόνο στην Ελλάδα μας έχω δει.


Καλούς δρόμους να έχετε!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ρωσία, Γεωργία, Τουρκία - Μέρος 3ο, Γεωργία - Τουρκία. Η Επιστροφή (+ Βίντεο)

Ρωσία, Γεωργία, Τουρκία - Μέρος 2ο, Πολυπολιτισμική Ρωσία (+ Βίντεο)

Πολωνία: Βαρσοβία - Κρακοβία - Λοτζ